Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιησούς Χριστός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιησούς Χριστός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Ο Χριστός «άργησε» (Λουκ. 8, 41 – 56)

Ο Χριστός «άργησε» (Λουκ. 8, 41 – 56)
28 Οκτωβρίου 2017
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΡΓΗΣΕ!
Είναι πράγματι εξαίσια η ευαγγελική περικοπή της Κυριακής (Λουκ. 8, 41 – 56), η οποία αναφέρεται στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου και στη θεραπεία της αιμορροούσης.
Σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα, ένας αρχισυνάγωγος, ο Ιάειρος, πλησιάζει τον Χριστό και Τον καλεί να ‘ρθει στο σπίτι του, προκειμένου να σώσει την ετοιμοθάνατη μοναχοκόρη του, ένα κορίτσι δώδεκα ετών. Ο Χριστός κινείται προς το σπίτι, όμως κάποια γυναίκα που έπασχε δώδεκα χρόνια από αιμορραγία και δεν είχε βρει ίαση σε γιατρούς, Τον πλησιάζει και αγγίζει την άκρη του ενδύματος Του, σταματώντας έτσι η αιμορραγία της. Ο Χριστός αντιλήφθηκε να βγαίνει δύναμη από μέσα Του και ρωτάει να μάθει ποιος Τον άγγιξε. Η γυναίκα Τον πλησιάζει, λέει πως γιατρεύτηκε κι Εκείνος της λέει «έχε θάρρος κόρη μου, η πίστη σου σ’ έσωσε, πήγαινε εις ειρήνη» (Λουκ. 8, 48 – 49). Εν τω μεταξύ, η κόρη του Ιάειρου πεθαίνει. Ο Χριστός όμως πηγαίνει σπίτι του αρχισυνάγωγου και φέρνει στη ζωή την κόρη του.
Ομολογώ εν πρώτοις, πως αυτό το θαυμαστικό στον παραπάνω τίτλο δύο συναισθήματα προκαλεί στον αναγνώστη∙ ειρωνεία και έκπληξη. Αποκλείω την ειρωνεία και οποιαδήποτε σχετική διάθεση εμπαιγμού του προσώπου του Χριστού και θέτω την υποψία της έκπληξης ως σημείο εκκίνησης της σκέψης. Απορώ όμως, έντονα διαβάζοντας τον παραπάνω τίτλο, σκεπτόμενος τους λόγους για τους οποίους αργεί ο Χριστός. Αργεί όμως; Κι αν αργεί, πως είναι πανταχού παρών; Αν πάλι δε αργεί, τότε ποιες είναι οι απορρέουσες συνέπειες μιας τέτοιας αργοπορίας;
Ο Χριστός σύμφωνα με την ευαγγελική περικοπή πηγαίνει να σώσει την κόρη του Ιάειρου. Μία γυναίκα όμως, η οποία αναζητά κι εκείνη την ίαση, καθυστερεί τον Χριστό να πάει στο σπίτι του αρχισυναγώγου. Αυτό μεταφράζεται σε απώλεια χρόνου. Με άλλα λόγια η κόρη του Ιάειρου, είναι ζήτημα λεπτών να πεθάνει. Κι ο Χριστός αντί να κατευθυνθεί χωρίς καθυστέρηση στο σπίτι του αρχισυναγώγου, σταματάει και αρχίζει μία άλλη συζήτηση, αυτή τη φορά με μία αιμορροούσα. Ο πατέρας της μοναχοκόρης, έχοντας τη δική του αγωνία, νιώθοντας τον χρόνο ως τον χειρότερο του σύμμαχο αυτή την τραγική στιγμή και χωρίς να ωθεί τον Χριστό να βαδίσει γρηγορότερα, Τον ακολουθεί και συμμετέχει στην τραγωδία ενός άλλου ανθρώπου, ήτοι στον πόνο της αιμορροούσας. Και σε λίγο, έρχεται το δυσάρεστο. Αναγγέλλουν στον αρχισυνάγωγο πως η κόρη του πέθανε.
Φανταστείτε έναν πατέρα να πληροφορείται πως η μοναχοκόρη του δεν ζει. Κι όχι μόνο αυτό. Του λένε να μην ενοχλεί πλέον τον διδάσκαλο, αφού δεν υπάρχει πλέον η ανάγκη και η αγωνία της έκπληξης. Ο Χριστός όμως δεν γυρίζει να φύγει, ούτε συμπαραστέκεται στο πένθος του πατέρα, αλλά του λέει «μη φοβάσαι, μόνο πίστευε και θα γίνει καλά» (Λουκ. 8, 51). Δεν θέλω να σκέφτομαι τη συντριβή του πατέρα, αναζητώ όμως την αίσθηση που του δημιουργήθηκε ακούγοντας αυτά τα λόγια. Αν άκουγε αυτά τα λόγια ο Spinoza ή ο Descartes, ακόμη κι ο Hume, θα έλεγε «Ε, τι μας λες τώρα, ότι πέθανε η κόρη του κι εσύ θα την φέρεις στη ζωή; Πώς γίνεται αυτό; Αυτό είναι αδύνατον. Ούτε οι αισθήσεις, ούτε ο ορθολογισμός επιτρέπει ένα τέτοιο θαύμα. Εδώ όλα εξηγούνται με βάση τον νου και την αισθησιοκρατική αντίληψη κι εσύ τολμάς να παίζεις με τον πόνο του ανθρώπου;».
Ο πατέρας πλέον πενθεί. Ο Χριστός άργησε να φτάσει στο σπίτι κι από την άλλη, βεβαιώνει στον πατέρα πως η νεκρή του κόρη θα γίνει καλά. Αυτό ακούγεται και είναι παράδοξο. Η κόρη του πέθανε και θα γίνει καλά; Μα, πως γίνεται αυτό; Αυτό γίνεται. Και γίνεται μέσα από την πίστη, την οποία οποιοσδήποτε εμπειρισμός και ορθολογισμός, δεν έχει τη δυνατότητα να επεξεργαστεί και να την θέσει ως σημείο έρευνας. Ο Husserl μέσα από τη φαινομενολογία του θα μας έλεγε «πάει τελείωσε, αυτή είναι η κατάσταση που υφίσταται και δεν είναι κάτι άλλο, αυτή είναι η αντικειμενικότητα των πραγμάτων, τι πάτε να αλλάξετε;». Όσο δε μάλλον για τον νεοπλατωνικό Πορφύριο, τον φαντάζομαι να ειρωνεύεται τα λόγια του Χριστού και να γράφει στο «Κατά Χριστιανών» για έναν παράλογο και φαντασιόπληκτο Χριστό.
Ο λόγος του Χριστού, αν και φιλοσοφικός ως προς το στοχασμό και την εν γένει θεώρηση των όντων, θέτει την υπέρβαση της κτιστής περατότητας, της φύσεως των όντων και των νόμων της φύσεως, αφού «ὅπου Θεός δέ βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις».  Ο  λόγος του Χριστού δίνει ζωή. Ο Ίδιος ο Χριστός είναι η Ζωή. Αυτή η ζωή δεν εξηγείται ούτε από την εμπειριοκρατία, ούτε από τον ορθολογισμό, ούτε από τον υπαρξισμό. Το επέκεινα της μεταπτωτικής  πορείας, ως αλλοτρίωσης των φθαρτικών συνεπειών που προσβάλλουν την ανθρώπινη υπόσταση αλλά και της εξουσιαστικής θνητότητας, έγκειται στη δυνατότητα της ζωής μετά τον θάνατο. Τη δυνατότητα όμως αυτή, δεν τη δίνει η φύση, οι νόμοι της, οι όροι και οι προϋποθέσεις της ζωής, αλλά το πρόσωπο του Χριστού. Αν κατά Heidegger κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει από τον άλλον το θνήσκειν του, ακόμη κι αν ο Ιωάννης Δαμασκηνός ομολογεί στα νεκρώσιμα ιδιόμελα του πως «διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος», σύμφωνα με τον Χριστό αυτό το θνήσκειν, με την ανάσταση τελειώνει.
Ο Χριστός αν και άργησε να φτάσει στο σπίτι του Ιάειρου, εντούτοις γνωρίζει πως ο θάνατος δεν έχει μόνιμη εξουσία πάνω στους ανθρώπους, και γι’ αυτό δεν ανησυχεί. Διώχνει τον φόβο από τον πατέρα που πενθεί και του ζητάει μόνο να πιστέψει. Φτάνοντας δε στο σπίτι ο Χριστός και κάνοντας λόγο για κοίμηση της κόρης, παρά για θάνατο, ορισμένοι παρευρισκόμενοι τον ειρωνευόταν. Την ίδια ειρωνεία συναντάμε αργότερα στον Άρειο Πάγο, όπου ο απόστολος Παύλος έθεσε ένα καινούριο στοιχείο στα αυτιά των Αθηναίων, εκείνο της ανάστασης των νεκρών (Πράξ. Απ. 17, 32). Ο μεταφυσικός οπτιμισμός του Χριστού έχει λόγο ύπαρξης, όχι απαραίτητα ανάγκη, διότι ο Ίδιος αναστήθηκε από τους νεκρούς και χάρισε την αιώνια ζωή στο ανθρώπινο γένος.

Ο Χριστός αργεί και σήμερα. Μόνο που στο σημείο αυτό, επιλέγω να μην βάλω θαυμαστικό, όπως στον παραπάνω τίτλο, για να δηλώσω έκπληξη. Η απουσία του θαυμαστικού, για τους ανθρώπους πλέον δηλώνει κάτι πιο βαθύ και ανησυχητικό. Αγωνία, φόβο, απογοήτευση, θλίψη, άρνηση. Είναι η στιγμή, που το βάδισμα του Χριστού, άλλοτε τους ενθαρρύνει και άλλοτε τους ταλαιπωρεί. Γιατί όμως επιμένει να βαδίζει αργά; Δανείζομαι τις σκέψεις του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς και αφήνω εκείνος να δώσει συνέχεια στους προβληματισμούς: «Και δύσκολος είναι ο δρόμος Του. Γι’ αυτό βαδίζει αργά. Μέσα από τις λακκούβες αίματος, μέσα από το σκοτάδι των αμαρτιών, και μέσα από τα αγκάθια των ληστών Εκείνος πορεύεται. Είναι στενός ο δρόμος Του και πολλοί πεσμένοι αμαρτωλοί βρίσκονται στον γκρεμό και στις δυο πλευρές του δρόμου Του. Εκείνος πρέπει να σκύβει και στις δυο πλευρές, να τους σηκώνει και να τους τραβά πίσω Του και να περπατά προς τα μπρος. Γι’ αυτό βαδίζει αργά!!!».

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

" Αγαπάς με;"

 Από το Αγιορείτικο Βήμα
Δευτέρα, 21 Οκτώβριος 2013 16:09  synaxari-synaxari.blogspot.gr

«Αγαπάς με;» (Ιωάν. κα΄, 15). Η ερώτηση που ετέθη από τον Ιησού στον Σίμωνα Πέτρο ισχύει και για τον καθένα μας. Είναι η ουσιαστική ερώτηση. Η απάντηση που θα δώσω προσδιορίζει τη σχέση μου με το Σωτήρα.

 Θα τολμήσω να πω με τον Πέτρο: «Κύριε, Συ πάντα οίδας, Συ γινώσκεις ότι φιλώ Σε» (Ιωάν. κα΄, 17). Μα τόσο συχνά η ζωή μου, τα έργα μου, αναιρούν μια παρόμοια βεβαίωση. Να ομολογήσω ταπεινά ότι δεν έχω αυτήν την αγάπη; Να πω με απλότητα, ίσως και με ειλικρίνεια: «Όχι, Κύριε, δεν Σ’ αγαπώ»; Μια τέτοια όμως ριζική άρνηση δεν είναι σωστή. 

 Διότι, ακόμη και στις χειρότερες πτώσεις μου, η ανάμνηση του Λυτρωτού, η μορφή Του, δεν σβήνουν εντελώς από την ψυχή μου. Δεν παύουν να με τραβούν. Περίπλοκη κατάσταση του αμαρτωλού, που ακόμη και στο βάθος της αθλιότητός του, κι όταν δεν έχει τη δύναμη να σπάσει τα δεσμά του, στρέφει με πόθο το κεφάλι προς τον Ιησού πλημμυρισμένος από τη νοσταλγία της ενώσεως μαζί Του.

 Η μόνη απάντηση που θα μπορούσα να δώσω είναι: «Κύριε, γνωρίζεις τα πάντα. Γνωρίζεις ότι θα ήθελα να σ’ αγαπώ. Δος μου την αγάπη Σου»…

 «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάν. ιδ΄, 15). Τρομερή φράση. Με καταδικάζει. Το να τηρούμε το λόγο του Ιησού σημαίνει: να εφαρμόζουμε τα παραγγέλματά Του. Το νόημα της φράσεως, το νόημα το πιο φυσικό, θα ήταν: το δείγμα της αυθεντικής αγάπης για τον Ιησού είναι μια ζωή σύμφωνη με τα παραγγέλματά Του.

 Ένα άλλο νόημα (που δεν αποκλείει το προηγούμενο) είναι:Μόνο εκείνος που αγαπά τον Ιησού μπορεί να τηρήσει το λόγο του Ιησού. Η αγάπη που προηγείται της υπακοής, που είναι προϋπόθεση υπακοής. Η υπακοή διατηρεί και προφυλάσσει την αγάπη, της δίδει συνέχεια και ασφάλεια. Αλλά η πηγή της υπακοής, το νόημά της και η εσωτερική της δύναμη βρίσκεται στην αγάπη.

 Κύριε Ιησού, πως μπορώ να Σε υπακούσω, αν δεν Σ’ αγαπώ; Μετάστρεψέ με πρώτα, φέρε με στην περιοχή της αγάπης Σου. Τότε θα μάθω να Σε υπακούω. Είμαι πολύ αδύνατος να τηρήσω το λόγο Σου, αν δεν με κρατήσει, αν δεν με βαστάξει η αγάπη Σου. Εάν η καρδιά μου δεν είναι γεμάτη από την αγάπη Σου, εύκολα θα μπορεί να μπει ο πειρασμός και να την κατακτήσει. Γι’ αυτό και Σε ικετεύω: Γέμισε την καρδιά μου όπως γεμίζουν ένα ποτήρι με νερό ως τα χείλη. Έτσι ώστε να είναι αδύνατο να χωρέσει έστω και μια ξένη σταγόνα. Μόνο η ελπίδα που έχω ότι θα μου δώσεις την αγάπη Σου με κάνει να μην απελπίζομαι. Να μη χάνω την ελπίδα μου ότι θα τηρήσω κάποια μέρα το λόγο Σου…

 Στην αμαρτωλή γυναίκα συγχωρήθηκαν πολλά, διότι «ηγάπησεν πολύ»; Ή αγάπησε πολύ, διότι της συγχωρήθηκαν πολλά; Το ελληνικό κείμενο του Ευαγγελίου αφήνει περιθώρια και για τις δύο ερμηνείες. Και η μία και η άλλη εκφράζουν μια βαθιά αλήθεια. Η πρώτη τοποθετεί την άφεση σαν απάντηση στην αγάπη. (Φυσικά αποκρούομε μιαν έννοια αγάπης που θα ήταν πρόφαση, για να καλύψει κάθε παράβαση). Ακόμη και σ’ αυτή την πρώτη ερμηνεία η αγάπη που φέρνει την άφεση είναι ήδη μια χάρη, μια πρωτοβουλία του Χριστού. Στη δεύτερη ερμηνεία, όπου η συγχώρηση γεννά την αγάπη, η πρωτοβουλία του Κυρίου παραμένει απόλυτη: Προκαλεί την πρώτη κίνηση της μεταστροφής, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει συγχώρηση. Ακολουθεί η άφεση που καθιερώνει πια τη μεταστροφή. Και τέλος η αγάπη, απάντηση της ψυχής που δέχτηκε την άφεση. Αν αγαπούσα τον Ιησού στο μέτρο της αφέσεως που μου χάρισε, σίγουρα θα γινόμουν μια γιγάντια φωτιά αγάπης.

 «Μείνατε εν τη αγάπη τη εμή» (Ιωάν. ιε΄, 9). Το κείμενο δείχνει καθαρά ότι δεν πρόκειται για τη δική μας αγάπη προς τον Ιησού, αλλά για την αγάπη του ίδιου του Ιησού. «Μείνατε στην αγάπη που είναι δική μου, στην αγάπη που με κινεί, στην αγάπη που εκφράζει όλη τη φύση μου». Μα η αγάπη του Ιησού είναι η πηγή και η δύναμη και της δικής μας αγάπης προς τον Ιησού.

(από το βιβλίο «Ιησούς» του Λεβ Ζιλέ, σελίδα 71- 74)

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ

Απο τό "Αγιορείτικο Βήμα"



 Παρασκευή, 04 Οκτώβριος 2013 11:45  agios-dimitrios.blogspot.gr
  

Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα που απασχόλησαν και απασχολούν την ανθρωπότητα είναι αυτό που έχει να κάνει με το ποιος αληθινά είναι ο Χριστός. Το ερώτημα αυτό το έθεσε πρώτος ο ίδιος ο Κύριος στους μαθητές Του: «τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον υιόν του ανθρώπου;» και «Υμείς δε τίνα με λέγεται είναι;» (Ματθ. 16, 14-15). Το έθεσαν όμως και στους Φαρισαίους, λίγο πριν το τέλος της επίγειας δράσης Του: «Τι υμίν δοκεί περί του Χριστού; Τίνος υιός εστι;» (Ματθ. 22, 42). Και θέτει αυτό το ερώτημα ο Χριστός γιατί θέλει να τους δείξει ότι στο πρόσωπό Του εκπληρώνονται οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, όχι όμως με τον τρόπο που οι Φαρισαίοι τις ερμήνευαν, δηλαδή ανθρωποκεντρικά, αλλά με τον τρόπο του Θεού.

 Οι Φαρισαίοι περίμεναν τον Μεσσία ως εκείνον που θα οδηγούσε τον λαό του στην δόξα. Που θα αναδείκνυε την περιουσιότητά του. Που θα έδινε την πνευματική και την κοσμική εξουσία σε όσους τον αποδέχονταν. Ο Χριστός όμως μιλά για την Θεανθρώπινη φύση του Μεσσία. Ότι δεν ήταν μόνο ένας τέλειος άνθρωπος, μία ξεχωριστή προσωπικότητα, αλλά ότι ήταν ο Ίδιος ο Θεός που θα προσλάμβανε την ανθρώπινη φύση και, επομένως, ό,τι θα πρόσφερε, δεν επρόκειτο να περιοριστεί στον ιουδαϊκό λαό. Θα ήταν δωρεά και ευλογία για όλους τους ανθρώπους και όλους τους λαούς, με υπέρβαση του χρόνου και των δεδομένων μέσα από τα οποία οι άνθρωποι βλέπουν τη ζωή.

 Το ερώτημα επανέρχεται στην εποχή μας. Οι άνθρωποι βεβαίως, στην πλειονοψηφία τους, δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με το πρόσωπο του Χριστού. Τον θεωρούν μία ξεχωριστή προσωπικότητα, που δίδαξε την αγάπη και προσέφερε κοινωνικά στον κόσμο, ίδρυσε μία θρησκεία, από την οποία ο άνθρωπος λαμβάνει παρηγοριά στις δύσκολες στιγμές της ζωής του, χαίρεται έθιμα και παραδόσεις, στρέφεται και λίγο εντός του μέσα στην τύρβη της ζωής, λαμβάνει οικονομική και κοινωνική βοήθεια και συμπαράσταση.

 Οι άνθρωποι βλέπουν τους συνεχιστές του Χριστού που είναι η Εκκλησία, οι επίσκοποι, οι ιερείς και οι μοναχοί. Έχουν λαμβάνειν στην καλύτερη περίπτωση. Αλλιώς θεωρούν ότι ο Χριστός και η Εκκλησία είναι κατάλοιπα ενός παρελθόντος, η στάση έναντι των οποίων αφορά στην ιδιωτική ζωή του καθενός και δεν πρέπει η συντεταγμένη μορφή κοινωνικής ζωής, που είναι το κράτος και η πολιτεία, να ασχολείται με τέτοιες πεποιθήσεις.

 Όμως ο Χριστός είναι παρών και θα είναι «νυν και αεί» στη ζωή του κόσμου. Και θα συνεχίσει να θέτει το ερώτημα «τι ημίν δοκεί περί Αυτού». Και θα μας υπενθυμίζει, μεταξύ των άλλων, τρία σημεία της δικής Του αυτοσυνειδησίας, της δικής Του ταυτότητας, τα οποία θα μας καλεί να οικειωθούμε, για να γίνουν σημεία και της δικής μας ταυτότητας ως χριστιανών. Σημεία τα οποία τον καθιστούν, κατά τον λόγο του Συμεών του Θεοδόχου στην Υπαπαντή, «σημείον αντιλεγόμενον» (Λουκ. 2,34). Το ίδιο και όσους Τον ακολουθούν.

 Το πρώτο ότι ο Ίδιος είναι ο Θεάνθρωπος. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρώπινη φύση μας κοινωνεί με την Θεία στο πρόσωπό Του. Δεν πιστεύουμε σε μια Ιδέα, σε ένα κήρυγμα, σε μια διδασκαλία περί του Θεού, αλλά στον Ίδιο το Θεό που είναι πρόσωπο, προσέλαβε την ανθρώπινη υπόσταση και μας οδηγεί στην θέωση, στην αιώνια κοινωνία μαζί Του στη ζωή της Εκκλησίας. Για να γίνει όμως αυτός ο δρόμος βίωμα, χρειάζεται να θυμίζουμε στους εαυτούς μας τις δωρεές και τα χαρίσματα που έχουμε λάβει από Αυτόν. Το κατ’ εικόνα μας. Την πορεία προς το καθ’ ομοίωσιν. Αυτή η πορεία όμως προϋποθέτει υπέρβαση της θέασης του κόσμου και της ζωής με γνώμονα τον ορθολογισμό και τις αισθήσεις μας. «Δεν βλέπω το Θεό». «Ο Θεός είναι δημιούργημα του ανθρώπινου νου». Είναι δύο προτάσεις που εκπορεύονται από τα στόματα και τις καρδιές πολλών ανθρώπων σήμερα. Έχουν εγκλωβιστεί στη λογική. Έχουν εγκλωβιστεί στη γνώση δια των αισθήσεων. Και έχουν αφήσει στην άκρη το άνοιγμα που η καρδιά του ανθρώπου καλείται να κάνει, για να συναντήσει το Θεό. Άνοιγμα προσευχής. Άνοιγμα αγάπης. Άνοιγμα εμπιστοσύνης. Άνοιγμα υπέρβασης του εγώ.

 Το δεύτερο ότι δεν μας έταξε κάποια εξουσία. Δεν μας έταξε την αποδοχή από τον κόσμο και τους ανθρώπους. Μαρτύριο ήταν και είναι ο δρόμος στον οποίο καλούμαστε να προχωρήσουμε, αν Τον αποδεχθούμε. Μαρτύριο από τις επιθέσεις των λογισμών της αμφιβολίας. Μαρτύριο από τις επιθέσεις των δικαιωμάτων. Μαρτύριο από τις επιθέσεις του κοσμικού πνεύματος. Μαρτύριο από το μίσος των ανθρώπων προς Εκείνον, εξαιτίας του πονηρού και από την μεταφορά αυτού του μίσους και προς εμάς. Μαρτύριο από την δυσκολία του εαυτού μας να επιλέξει το δρόμο της συγχώρεσης, του μη καταλογισμού και της μη απόρριψης των άλλων. Μαρτύριο από τις επιθέσεις του θανάτου, με όλες του τις μορφές, σωματικές, πνευματικές, κοινωνικές, υλικές, πνευματικές, που μας κάνουν να αναρωτιόμαστε «πού είναι ο Θεός». Μαρτύριο από τις αγωνίες που μας προσθέτουν οι βιοτικές μέριμνες και η διάσπαση από τον χρόνο. Μαρτύριο από τις επιθέσεις των Ισχυρών που ζητούν να μας υποχρεώσουν να εγκαταλείψουμε την πίστη μας, αντί πινακίου φακής. Μαρτύριο μοναχικότητας σε μια εποχή που δεν θέλει Θεό. Και η φύση μας αρέσκεται στην εξουσία. Στην καταξίωση. Την αποδοχή. Κι αυτό αυξάνει την ένταση του μαρτυρίου. Όμως αυτό το μαρτύριο εμπεριέχει την χαρά της δικής Του συμπαράστασης. Της δικής Του φώτισης. Της δικής Του παρουσίας, που μας δίνει τη δυνατότητα να αντέχουμε. Αρκεί να Τον ζητούμε και να Τον εμπιστευόμαστε.

 Το τρίτο ότι «εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ. 10,36). Η αδυναμία πολλές φορές, τόσο η δική μας, όσο και των άλλων χριστιανών, να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλο. Να συμπαρασταθούμε. Να έχουμε κοινή πορεία. Να προσανατολίσουμε τη ζωή στο Χριστό και στην αγάπη. Βλέπουμε ο καθένας τον εαυτό του να σκέπτεται διαφορετικά. Να μην είναι σε θέση να ακούσει τον αδελφό του. Να μην είναι σε θέσει να κατανοήσει και να θελήσει να συνάρει τον σταυρό του. Να βιώνουμε μέσα στην ευχαριστιακή κοινότητα μια μοναξιά. Να μην υπάρχει η θυσιαστική αγάπη, αλλά να πρυτανεύει ο εγωισμός. Και πρωτίστως, ο καθένας να ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, την καθημερινότητά του, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, χωρίς να είναι σε θέση ή να θέλει να μοιραστεί με τον άλλο ό,τι τον βαραίνει, αλλά και την ίδια στιγμή να φορτωθεί λίγο από το φορτίο που βαραίνει τους άλλους. Γιατί, εδώ βρίσκεται και το κέντρο της αμαρτίας. Στο να μεριμνούμε μόνο για το «εγώ». Κι αυτή η μέριμνα μας γεμίζει πάθη, κακίες και απογοήτευση. Γιατί ξεκινάμε από τους άλλους και δεν βλέπουμε τη δική μας πτώση.

 Ο Χριστός για τον καθέναν μας αποτελεί μία πρόκληση. Τι είναι για μας; Η απάντηση στο ερώτημα και την πρόκληση θα μας βοηθήσει να προσανατολίσουμε τη ζωή μας είτε στην εκπλήρωση της αλήθειας του ονόματος «χριστιανός» ή στην ψευδαίσθηση ότι «είμαστε», ενώ στην πράξη η καρδία μας πόρρω θα απέχει από Εκείνον. Γιατί ο Χριστός θέλει να είναι ο προσωπικός Θεός και Σωτήρας του καθενός μας. Η σχέση όμως μαζί Του δεν μας εγκλωβίζει ούτε στο χρόνο, ούτε στα σχήματα του κόσμου τούτου. Μας δίνει τη ευλογία να Τον κοινωνούμε στην αγάπη, αλλά και να σωζόμαστε μαζί με τους άλλους. Τους αγίους και τους αμαρτωλούς. Χωρίς να χάνουμε την προσωπική μας ταυτότητα, αλλά και χωρίς να περιοριζόμαστε στο «εγώ» μας. Χρειάζεται αγώνας για να θυμόμαστε ότι ο Χριστός μας ζητά να επιστρέψουμε στο Θεό και τη σχέση μαζί Του. Να μην νομίζουμε ότι η ζωή μας θα είναι ευχάριστη και να απογοητευόμαστε μπροστά στο κάθε λογής μαρτύριο. Και να μην κλονίζεται η πίστη μας από το ότι δεν λαμβάνουμε από τους άλλους αυτό που θα θέλαμε.

 Χριστιανός σημαίνει να πιστεύεις και να ξεκινάς εσύ να ζητάς το Χριστό. Να ζητάς την αγάπη. Και Εκείνος θα σε συνδράμει, ώστε να μην νικηθείς από την απόγνωση και τον φόβο που προέρχεται από την περικύκλωση από τους ωρυόμενους λέοντες του κόσμου, του πονηρού και της αμαρτίας.