Σάββατο 12 Μαΐου 2012

ΟΙ ΔΥΟ ΤΡΟΠΟΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


  Από το βιβλίο ογκόλιθο της συγχρονης Ορθόδοξης ησυχαστικής μαρτυρίας: Σωφρονίου (Σαχάρωφ) του Έσσεξ:  "Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης"  (μπορεί κανείς να το διαβάσει online εδώ)


Σελ. 124


ΟΙ ΔΥΟ ΤΡΟΠΟΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


« …..Η συνηθισμένη καί γνωστή σέ όλους οδός πρός τή γνώση συνίσταται στό ότι η γνωστική δύναμη του ανθρωπίνου πνεύματος κατευθύνεται πρός τά έξω καί συναντάται μέ αναρίθμητη πολυμορφία φαινομένων, ειδών, μορφών καί με ατέλειωτη διαφοροποίηση κάθε γεγονότος. Γι αυτό η γνώση ποτέ δέν φθάνει ούτε στήν πληρότητα ούτε στήν αληθινά πραγματική ενότητα. Μέ αυτό τόν τρόπο τής γνώσεως ο νούς που ζητά επίμονα την ενότητα καταφεύγει στήν πάντοτε καί αναπόφευκτα τεχνητή σύνθεση . Έτσι, η ενότητα, στην οποία καταλήγει ακολουθώντας την οδό αυτή, δεν είναι κάτι που υπάρχει πραγματικά καί αντικειμενικά, αλλά είναι απλώς κάποια μορφή αφηρημένης διανοήσεως πού προσιδιάζει στό νου.  


  Η άλλη οδός πρός τη γνώση των όντων έγκειται στη στροφή του ανθρωπίνου πνεύματος πρός τόν εαυτό του καί ακολούθως πρός τόν Θεό. Τότε γίνεται κάτι αντίστροφο πρός εκείνο που είδαμε στόν πρώτο τρόπο γνώσεως: ο νούς βγαίνει από το απέραντο πλήθος καί τόν κατακερματισμό των φαινομένων του κόσμου καί στρέφεται με όλη τη δύναμή του πρός τόν Θεό καί μένοντας εν τω Θεώ βλέπει καί τον εαυτό του καί όλον τον κόσμο. Είναι φυσικό γιά τον πεπτωκότα άνθρωπο να καταφεύγει στό πρώτο είδος γνώσεως. Τό δεύτερο είναι η οδός του Υιού του ανθρώπου…»  

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

" Ευλογημένο ή καταραμένο το γιατί", Μητροπολίτου Μεσογαίας Νικολάου

Από το ιστολόγιο "εκδόσεις Χρυσοπηγή"

" Ευλογημένο ή καταραμένο το γιατί", Μητροπολίτου Μεσογαίας Νικολάου Ευλογημένα «γιατί»! Ερώτημα τόσο συχνό, τόσο βαθύ, τόσο δυνατό στην εκφορά του, τόσο δύσκολο στην απάντηση του. Ερώτημα τόσο αληθινό, τόσο ανθρώπινο, τόσο απαιτητικό, πού όμως από τη φύση του δεν αντέχει στον λόγο, δεν εκφράζεται με το στόμα, δεν μπαίνει σε λέξεις, δεν δημοσιοποιείται σε ακροατήριο, πολύ δε περισσότερο, δεν επιδέχεται μονοσήμαντες απαντήσεις από κάποιους πού δήθεν γνωρίζουν προς κάποιους άλλους που σίγουρα πονούν. Ίσως είναι το κατ' εξοχήν θέμα για το όποιο δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνονται ομιλίες. Είναι πολύ βαθύ για να έλθει στην επιφάνεια τής συνειδητοποίησης. Είναι πολύ επώδυνο για να χωρέσει στον ορίζοντα των αντοχών μας. Είναι πολύ προσωπικό για να εντοπισθεί στο στερέωμα του δημόσιου λόγου. Ίσως αυτό το ερώτημα να πονάει πιο πολύ και από την αιτία που το δημιουργεί. Γιατί όλοι ξέρουμε πώς δεν έχει εύκολη απάντηση. Και όμως είναι τόσο επίμονο και αληθινό. Γιατί σε μένα, Θεέ μου; Ηχεί στα αυτιά μου αυτό το ερώτημα και αντηχεί βαθιά στην καρδιά μου. Είναι το ερώτημα κάθε γονιού πού το παιδί του πάσχει ή κάθε άνθρωπου πού έχει χτυπηθεί από ανίατη ασθένεια. Πώς είναι δυνατόν αυτό το ερώτημα να μεταμορφωθεί σε ομιλία, συμβουλή, γνώμη ή απάντηση; Το ερώτημα αυτό συνεχώς διατυπώνεται και απαντάται μόνο με δάκρυα, όχι με λέξεις, με αισθήματα, όχι με σκέψεις, με σιωπή, όχι με απόψεις, με συμπόνια, όχι με απαντήσεις. Πώς να το κάνουμε; Συχνά τα μάτια μιλούν πιο εύγλωττα από το στόμα, ο αναστεναγμός πιο δυνατά από τη σκέψη και η πονεμένη απορία εκφράζει περισσότερο την αλήθεια από την όποια απάντηση. Γιατί; Γιατί ό πόνος; γιατί ή αδικία; γιατί τα παιδάκια; γιατί τόσο πρόωρα; γιατί με αυτόν τον τρόπο; γιατί την απερίγραπτη χαρά της αθώας παρουσίας τους να τη διαδέχεται ό αβάσταχτος πόνος; Γιατί; Και αν είναι για το άγνωστο καλό μας, γιατί αυτό το καλό μας να είναι τόσο πικρό; Γιατί σε μένα; Τί κακό έκανα; Που να ψάξω να βρω μέσα μου την άγνωστη σε μένα αιτία; Και αν φταίω εγώ, δεν μπορώ κάτι να κάνω για να αναστρέψω τα πράγματα; Και ποιός ο λόγος εξ αιτίας μου να υποφέρει αυτό το αθώο πλασματάκι; Αυτό μου φαίνεται πιο αδύνατο να το αντέξω. Κινδυνεύω να χάσω και τη λίγη και ασθενική πίστη μου. Τελικά, ποιό το όφελος αυτής της ιστορίας; Γιατί σε μένα, Θεέ μου; Δεν είμαι παιδί σου; δεν είσαι Θεός αγάπης; τί σχέση μπορεί να έχει η αγάπη Σου με το μαρτύριό μου; Πώς να με προσελκύσουν τα μαστιγώματά Σου; Πώς συνδυάζεται η καλοσύνη Σου με την ανερμήνευτη λογική του πόνου, με τη θλίψη, με το ενδεχόμενο του σκανδαλισμού; Η «ευλογία» του πόνου. Ευλογημένα «γιατί»! Τα καθαγίασε ο ίδιος ό Χριστός στον σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, Ίνα τί με εγκατέλιπες;» Θεέ μου, γιατί μου το 'κανες αυτό; Τί σου έκανα; Δεν είμαι ο Υιός σου; Το ίδιο ακριβώς ερώτημα με το δικό μου το όποιο έμεινε και αυτό αναπάντητο. Έμεινε αναπάντητο στα φαινόμενα. Τα γεγονότα όμως φανέρωσαν την απάντηση. Τέτοια πολλά «γιατί» βγήκαν και από το στόμα του πολυάθλου Ιώβ ή τη γραφίδα του τραυματισμένου Δαυίδ, δύο ανθρώπων πού οι τραγικοί θάνατοι των παιδιών τους σφράγισαν το πέρασμά τους από την ιστορία και πού μας παρουσιάζονται συχνά ως μοναδικά πρότυπα πίστης, εγκαρτέρησης και υπομονής. Το ερώτημα αυτό το απευθύνουμε στον Θεό, το λέμε στον εαυτό μας, το επαναλαμβάνουμε στους ανθρώπους πού νοιώθουμε ότι ιδιαίτερα μας αγαπούν. Το λέμε κυρίως για να εκφράσουμε το μέσα μας, το λέμε όμως και προσδοκώντας το χάδι μιας απάντησης. Ποιός όμως μπορεί να δώσει μία απάντηση; Ακόμη κι αν την ξέρει, ποιός μπορεί να μας την πει; Λέγει ο Μέγας Βασίλειος προς πενθούντα πατέρα ότι ο πόνος κάνει τον άνθρωπο τόσο ευαίσθητο, ώστε μοιάζει με το μάτι πού δεν ανέχεται ούτε το πούπουλο. Και ή πιο τρυφερή κίνηση αυξάνει τον πόνο του πονεμένου. Και η πιο διακριτική αναλογία δεν αντέχεται. Ο λόγος πού εκφέρεται ως λογικό επιχείρημα ενοχλεί αβάσταχτα. Μόνο το δάκρυ, η κοινωνία τής απορίας, η σιωπή, η εσωτερική προσευχή θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τον πόνο, να φωτίσουν το σκοτάδι ή να γεννήσουν μία μικρή ελπίδα. Ο πόνος γεννά αλήθεια, συμπόνια, κοινωνία. Ο πόνος δεν ξυπνάει μόνον εμάς, άλλα γεννάει και την αγάπη στους γύρω μας. Προσπαθούν να μπουν στη θέση μας. Αγωνίζονται στον καιρό της ασφάλειας τους να μοιραστούν τα πιο ανεπιθύμητα γι' αυτούς δικά μας αισθήματα. Και το κάνουν. Ο πόνος γεννά την υπομονή μας, ταυτόχρονα όμως γεννά και τον εξ αγάπης σύνδεσμο με τούς αδελφούς μας. Ο πόνος γεννά την αλήθεια. Ή συμπόνια των άλλων τη φυτεύει στη δική μας καρδιά. Εκεί διακριτικά κρύβεται και ή απάντηση. Έτσι γεννιέται στην καρδιά η παρηγοριά, η γλύκα και η ανακούφιση της όποιας είναι πολύ εντονότερες ως εμπειρίες από το βάρος του πόνου. Ο πόνος μας βγάζει από τα ανθρώπινα μέτρα. Τελικά αυτά τα «γιατί» δεν έχουν τις απαντήσεις που η φτώχια και η αδυναμία μας περιμένει. Στη λογική αυτή συνήθως παραμένουν αναπάντητα. Γι' αυτό και ο Χριστός για τον θάνατο δεν είπε παρά ελάχιστα. Απλά, ο Ίδιος τον επέλεξε και πόνεσε όσο κανένας άλλος. Και όταν αναστήθηκε, το στόμα Του έβγαλε περισσότερη πνοή και λιγότερα λόγια. Δεν είπε τίποτε για ζωή και θάνατο -μόνο προφήτευσε το μαρτύριο του Πέτρου. Ο πόνος δεν απαντιέται με επιχειρήματα. Ούτε η αδικία και ο θάνατος αντιμετωπίζονται με τη λογική. Τα προβλήματα αυτά λύνονται με το εμφύσημα και την πνοή που μόνον ο Θεός δίνει. Λύνονται με το Άγιο Πνεύμα. Ξεπερνιούνται με την ταπεινή αποδοχή του θελήματος του Θεού που είναι τόσο αληθινό άλλα συνήθως και τόσο ακατανόητο. Στο διάβα της η δοκιμασία συνοδεύεται από το σφυροκόπημα των αναπάντητων ερωτημάτων. Κι εμείς, γαντζωμένοι στα «μήπως», στα «γιατί», στα «αν» συντηρούμε τις ελπίδες και αντέχουμε την επιβίωση σε αυτόν τον κόσμο, προσδοκώντας κάτι σίγουρο ή κάτι σταθερό. Αυτό όμως συνήθως δεν εντοπίζεται στην προτεινόμενη από μας λύση, άλλα επικεντρώνεται στην απροσδόκητη υπέρλογη θεϊκή παρηγοριά. Κάθε προσπάθεια αντικατάστασης της με ανθρώπινα υποκατάστατα αδικεί εμάς τούς ίδιους. Κάθε περιορισμός στην ασφυκτική θηλιά των ορθολογιστικών απαντήσεων μας παγιδεύει βαθύτερα στο δράμα μας. Στον διάλογο με τον πόνο, την αδικία και τον θάνατο είμαστε υποχρεωμένοι να βγούμε από τα ανθρώπινα μέτρα. Αυτή είναι όχι μόνον η έξοδος από τη δοκιμασία άλλα και η ευεργεσία της. Η μοναδική ευκαιρία. Τελικά, το μεν ερώτημα μπορούμε να το υποβάλλουμε, την δε απάντηση πρέπει να την περιμένουμε. Ή ο Θεός δεν υπάρχει ή παραχωρεί μια δοκιμασία για να μας δώσει μια μοναδική ευκαιρία. Αν δεν γινόταν ή Σταύρωση, δεν θα υπήρχε ή Ανάσταση. Ο Χριστός θα ήταν ένας καλός δάσκαλος· όχι ο Θεός. Ο Θεός δίνει την ευκαιρία. Σε μας μένει να τη δούμε και να την αξιοποιήσουμε. Η δε χαρά και το περιεχόμενο αυτής της ευκαιρίας είναι πολύ μεγαλύτερα από την ένταση και τον πόνο της δοκιμασίας. Ο θάνατος, ο πόνος, η αδικία αποτελούν μυστήριο που η όποια απάντηση το διασαλεύει. Στις περιπτώσεις αυτές, η αλήθεια δεν εκφράζεται ως άποψη ή επιχείρημα, άλλα προσφέρεται ως ταπείνωση και κοινός πόνος. Η πορεία στο μεθόριο τής ζωής και του θανάτου, του σκανδαλισμού και της δοξολογίας, του θαύματος και της αδικίας παρουσιάζει στροφές και κρυμμένες γωνιές, όπου διασφαλίζεται η αλήθεια της ζωής. Αν ξεφύγει κανείς τον πειρασμό να λυγίσει, τότε αντικρίζει την αλήθεια με τέτοια όψη, πού ποτέ του δεν είχε καν φαντασθεί. Ό πόνος, αν κάποιος καταφέρει να τον αγκαλιάσει, γεννά πρωτόγνωρες ευαισθησίες και ξεδιπλώνει πραγματικότητες πού κανείς αλλιώς δεν βλέπει. Ή πρόκληση δεν είναι να συμβούν γεγονότα και αποκαλύψεις· αυτά υπάρχουν. Ή πρόκληση είναι να ανοίξει κανείς τα μάτια του για να μπορεί να τα αντικρύσει. Είναι αναντίλεκτη αλήθεια δυστυχώς, συνήθως μόνο χάνοντας τα πολύ επιθυμητά, γνωρίζουμε και κερδίζουμε τα πολύ μεγάλα. Σίγουρα ό πόνος και ή αδικία δεν μπορούν να καταργήσουν την αγάπη του Θεού. Ό Θεός υπάρχει. Και είναι αγάπη και ζωή. Ή τέλεια αγάπη και το πλήρωμα της ζωής. Και το μεγαλύτερο θαύμα της ύπαρξης Του είναι ή συνύπαρξή Του με τον πόνο, την αδικία και τον θάνατο. Ίσως και ή μεγαλύτερη πρόκληση για τον καθένα μας να είναι ή συνύπαρξη με τον δικό του προσωπικό πόνο, το ελπιδοφόρο σφιχταγκάλιασμα με τα βαθύτερα αυτά «γιατί», ή ταπεινή εσωτερική περιχώρηση στην προσδοκία του Θεού μέσα από τις «αδικίες» πού νομίζουμε πώς Αυτός μας κάνει. Προ καιρού, με πλησίασε κάποια νεαρή κοπέλα πού το καντηλάκι της ζωής της φαίνεται να τρεμοσβήνει. Μέσα στον αβάσταχτο πόνο της διέκρινα την ελπίδα. Μέσα από τα δακρυσμένα μάτια της αντίκρισα τη χαρά, τη δύναμη και τη σοφία. -Θέλω να ζήσω, μου είπε. Αλλά δεν ήλθα για να μου το επιβεβαιώσετε. Ήλθα για να με βοηθήσετε να φύγω έτοιμη από αυτόν τον κόσμο. - Εγώ είμαι παπάς της ζωής και όχι του θανάτου, της απαντώ. Γι' αυτό και θέλω να ζήσεις. Επίτρεψε μου, όμως, να σε ρωτήσω κάτι· μέσα στη δοκιμασία σου, ρωτάς ποτέ «γιατί σε μένα, Θεέ μου;» -Δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ, μου λέει. Εγώ ρωτώ «γιατί όχι σε μένα, Θεέ μου; Και περιμένω όχι τον θάνατό μου· προσδοκώ τον φωτισμό μου»! 

1. Νικόλαος Χατζηνικολάου (Μητροπολίτης Μεσόγαιας καί Λαυρεωτικής), «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός», Εκδ. Σταμούλης, 2009 Πηγή:Ενοριακή ζωή

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Θεωρητική θεολογική ενασχόληση καί ζωντανός Πνευματικός(=εν Αγίω Πνεύματι) αγώνας


....
Αληθώς Ανέστη, ο Κύριος.

  Γιώργο, πέτα τα όλα τα βιβλία στήν άκρη, και πάψε να ασχολείσαι θεωρητικά, νοητικά με τήν πίστη. Ασχολήσου με την υπαρξιακή σου άνοδο στον Θεό, και με την κάθοδό σου στην μετάνοια και στην ταπείνωση. Δές πώς θα αγαπήσεις μέχρι αυτοθυσία τόν άλλον, ειλικρινά, για να τον αναλάβεις,γιά να πάρεις πάνω σου την ευθύνη του καί  όχι για να λές εγωιστικά πώς ελεείς κάποιον.

  Αν εχεις αποκτήσει παγματική επαφή με τόν Χριστό, αν συνομιλείς κάθε λεπτό μαζί του, αν κάθε πρωί κλαις για τό εγωιστικό σου χάλι (τό τωρινό, όχι για τίς παλιές αμαρτίες που συγχωρήθηκαν, αλλα γι αυτές που επαναλαμβάνεις και για αυτές που δεν ομολόγησες ακόμα στόν πνευματικό σου καί στόν εαυτό σου) και μετανοείς για αυτό, αν αγωνιάς κάθε στιγμη πώς θα ευθυγραμμίσεις τό θέλημά σου με τό θέλημα του Χριστού, αν κάθε λεπτό της ζωής σου διερωτάσαι τι θα έκανε ο Χριστός στήν θέση σου, αν νοιώθεις πώς τό κάθε σου χάρισμα τό έχεις μόνο γιατί εξακολουθεί να σου το δωρίζει ο Θεός καί νοιώθεις μετα δακρύων την δική σου αναξιότητα, αν σου βγαίνει τό «Δόξα Σοι, ο Θεός» με την τρελή χαρά καί το κλάμα που δίνει τό Αγιο Πνεύμα σε αυτόν που βρίσκεται στον δρόμο της μετάνοιας καί της ευχαριστίας, αν αρχίζεις σιγά-σιγά να μην μεριμνάς για τίποτα περιττό αλλά να εμπιστεύεσαι την έκβαση καθημερινών απλών βιοτικών αναγκών στο θαύμα της επίλυσής τους από τον Θεό, τότε έχεις βίωμα Χριστιανού, και τότε καταλαβαίνεις πώς οι νοητικές ασκήσεις των θεωρητικών, κατι προσθέτουν, αλλα πολύ λίγο.

  Οι θεωρητικές αδολεσχίες, βοηθούν αυτούς που έχουν ένα ελάχιστο βιώματος εν Χριστώ Ζωής. Σε εμάς που δεν έχουμε ούτε αυτήν την ελάχιστη κρίσιμη μάζα Πνευματικής ζωής, οι περιπλανήσεις του νού σε θεωρίες ΥΠΟΚΑΘΙΣΤΟΥΝ τα αναγκαία, πρακτικά-υπαρξιακα βήματα του εν Πνεύματι υπαρξιακού-πνευματικού αγωνα. Αντίθετα, ενισχύουν τον εγωισμό-ναρκισσισμό μας και καθιστούν ακόμα δυσκολότερη την ταπείνωση.  Μας βάζουν σε δαιμονοτρόπες προσωπικές-θεωρητικές αντιπαραθέσεις, όπου η έπαρση και ο εγωισμός μας απομακρύνει ακομα περισσότερο από το βίωμα της καθόδου στην μετάνοια και της εν Χριστώ Αγάπης πρός τον πλησίον συνθεωρητικολογούντα.

  Όταν αποκτήσουμε λίγη, ελάχιστη ζωντανή συνομιλία με τόν Χριστό, τοτε καταλαβαίνουμε πως όλα τα ζητήματα που συνάδουν με το Θέλημά του, λύνονται με φωτισμό, με προσευχή και όχι με νοητικές ασκήσεις. Ετσι εγιναν οι ψαράδες φωστηρες. Όχι διαβάζοντας ανθρώπινες θεωρίες.

  Ξέρεις γιατί σε βασανίζει τόσο η νοητική-θεωρητική-επιλεκτική αγάπη του Αριστοτέλη; Διότι δεν ΕΝΝΟΙΩΣΕΣ πως η αγάπη για την οποία μιλάει ο Χριστός και στην οποία σε καλεί για Εκείνον και για τον πλησιον, δεν είναι η κοσμική αγάπη-φιλία, αλλά είναι κάτι που μπορείς να νοιώσεις                ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, εχει άρρητη βιωματική χροιά, που μόνο όσο θεώνεσαι σταδιακά και κατά Χάριν, μπορείς να νοιώσεις. Είναι ο θείος έρως του Χριστού, είναι τρελή χαρά, είναι σάν την αγωνια του ερωτευμένου να πιάσει στόν αέρα το θέλημα του προσώπου που ερωτεύεται για να τό εκτελέσει, για να ευθυγραμμιστεί με αυτό, πρίν καν το ερρωμένο πρόσωπο του το ζητήσει. Και προϋπόθεση για να κάτσει επάνω σου το Πνεύμα και να την νοιώσεις, είναι η ταπείνωση και η μετάνοια και η μετά δακρύων ευχαριστία.

Οι μαρξιστές έλεγαν «ένα βήμα πραγματικού κινήματος, καλύτερο και από μία ντουζίνα προγράμματα». Το παραφράζω: «Ένα βήμα εν Χρστώ Πνευματικού αγώνα, καλύτερο και από μία ντουζίνα θεολογικά βιβλία»

Δές πώς έγινε θεολόγος ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής. Κατά χάριν Χριστοί πρέπει να γίνουμε. Όχι θεωρητικοί.

Μέ αγάπη

Ο εν Πνεύματι αγωνιζόμενος αμαρτωλός, ΓΠ

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Οταν αγαπάμε τόν Θεό και παραδιδόμαστε στό θέλημά Του, την ιστορία μας ελάχιστα την επηρεάζουμε εμείς


Όσο βιώνω ολοένα και περισσότερο τον Πνευματικό αγώνα (εννοώ τον εν Αγίω Πνεύματι), καταλαβαίνω το εξής:
  Δέν βαθύνουμε την προσωπική μας σχέση μέ τόν Χριστό, ΚΥΡΙΩΣ γιατί εμείς είμαστε άξιοι να καταφέρουμε κάτι τέτοιο. Οσο προχωρούμε, προχωρούμε ΚΥΡΙΩΣ διότι Εκείνος θέλει να βαθαίνει την σχέση του μαζί μας. Πώς να τό πώ:  Είναι κάπως σαν τήν σχέση πατέρα-παιδιού: Τό παιδί που πέφτει στά ναρκωτικά, δεν σώζεται ΚΥΡΙΩΣ διότι αυτό τό ίδιο το μπορεί και τό θέλει, αλλά κυρίως διότι οι γονείς του το ανέχονται, το υποστηρίζουν και αγωνίζονται να το βγάλουν από τα ναρκωτικά, ακόμα κι αν εκείνο τούς κλέβει λεφτά για να πάρει την δόση του, ακόμα κι αν τούς χτυπά, τούς βρίζει, τούς αρνείται. Το ξεβάλτωμα από τα ναρκωτικά, δεν είναι τό έπαθλο και η ανταμοιβή ενός επιτυχούς αγώνα, ημών τών ιδίων τών ναρκομανών, αλλα καρπός της ΑΓΑΠΗΣ κάποιων για εμας, οι οποίοι μας υποβαστάζουν και όταν εμεις δεν μπορούμε να δώσουμε κανέναν αγώνα.
  Μέ λίγα λόγια, προχωρούμε μόνο και όσο μας φωτίζει τό Αγιο Πνεύμα για να προχωρήσουμε. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την κοινά διαδεδομένη πεποίθηση πώς ο άνθρωπος φτιάχνει την Ιστορία τού εαυτού του και των άλλων. Ναι, έτσι γίνεται, ο άνθρωπος φτιάχνει μόνος του, μαζί με τον διάβολο, την ιστορία του εαυτού του και των άλλων, όταν δεν ζητάει τον Θεό. Γι αυτό τα κάνει σ--τά. Γιατί ο διάβολος, ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΟΠΑΔΟΥΣ, όπως οι πολιτικοί, παρεμβαίνει απρόσκλητος, ενώ ο Θεός ΣΕΒΟΜΕΝΟΣ ΠΛΗΡΩΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΑΣ, δεν παρεμβαίνει.  Γι αυτό, σε αυτές τίς περιπτώσεις, υπαρξιακά ο άνθρωπος έχει τα μαύρα του τα χάλια: Δυστυχεί και υποφέρει ακόμα και όταν επιτυγχάνει όσα θέλει. Είναι οι φάσεις των μεγάλων μηδενισμων, όπως λέει ο Θ. Ζιάκας: Ελληνιστική εποχή και σημερινός κόσμος.
  Σέ ιστορικές, όμως, περιόδους, όπου επιζητούμε σχέση με τόν Θεό, εκεί τα πράγματα αλλάζουν. Εκεί εκουσίως οι άνθρωποι παραδίδονται στό θέλημά Του: Όπως παραδιδόμαστε στό θέλημα αυτού ή αυτής που αγαπάμε: Όχι γιατί θέλουμε να είμαστε δούλοι, όχι γιατί παύουμε να έχουμε δική μας θέληση, αλλά γιατί ΑΓΑΠΑΜΕ καί παραχωρούμε τήν πρωτοβουλία των κινήσεων σέ αυτόν ή αυτήν που πιστεύουμε (εμπιστευόμαστε), καί περιμένουμε να πιάσουμε στόν αέρα τήν επιθυμία τού αγαπώμενου προσώπου για να τήν ικανοποιήσουμε..

  Αυτό, ως αριστερός άθεος, δεν μπορούσα να το χωνέψω με τίποτα. Γιατί οι άθεοι, δεν πολυαγαπάνε. Η αγάπη τους είναι ασθενική, με πολύ μικρό βελινεκές, ίσως στα μέλη της οικογενείας τους, άντε καί σε λίγους φίλους. Από εκεί και πέρα αρχίζει η επιφύλαξη, η καχυποψία, οι κατηγοριοποιήσεις και η αντιμετώπιση με βάση την σκοπιμότητα: 
Αστός=μετά βδελυγμίας ανεκτός, ελάχιστα κομματικοποιήσιμος 
Μικροαστός: υποκριτικά ανεκτός.
Αγρότης=αντιπαθητικός, αλλά δυνάμει σύμμαχος και κομματικοποιήσιμος. Εκ φύσεως αντιδραστικός
 Καπιταλιστής=εξ ορισμού αντίπαλος, κλπ, κλπ. 
 Εργάτης=εξ ορισμού καλός, όσο ειναι δικός μας. Αλλοιώς, "ταξικός αποστάτης".

  Δείτε τους κουκουέδες, τους αναρχικούς, τούς χρυσαυγίτες: Οργίλοι και καχύποπτοι, πρόσωπα συνεσπασμένα, θα σέ συμπαθήσουν μόνο άμα ευθυγραμμιστείς με την εκάστοτε πολιτική γραμμή. Τόν κακομαθημένο εγωισμό τόν παρουσιάζουν (ασυνείδητα) ως " αγωνιστικότητα". Γεμάτοι κορτιζόνη και αδρεναλίνη (οι ορμόνες τού στρες) .
  Κάθε, μικρή έστω υποστολή του ατομικού και συλλογικού ναρκισσισμού, νοείται ως απώλεια ελευθερίας, ως υποταγή στον εκμεταλλευτή, ως υποδούλωση στόν άλλον.

  Οι κοινωνιολόγοι και οι Ιστορικοί, τα πάνε κάπως καλά στήν ανάλυση περιόδων και πολιτισμών όπου οι άνθρωποι δουλεύουν κυρίως μέ τό διάβολο και ελάχιστα με τόν Θεό:  Διότι εκεί καταλαβαίνουν καλύτερα τους κανόνες του παιχνιδιού, δηλαδή τους κανόνες του εγωισμού, τής συντριπτικής ισχύος έναντι του άλλου, της εγωκεντρικής δύναμης.
  Εκεί που οι κοινωνιολόγοι και οι ιστορικοί σαστίζουν και δεν καταλαβαίνουν και πολλά, είναι οι ιστορικοί περίοδοι και οι πολιτισμοί, όπου οι άνθρωποι καλούν τον Θεό να αναλάβει τά ινία της ατομικής και τής συλλογικής τους ζωής. Δεν καταλαβαίνουν πολλά διότι ως άθεοι οι περισσότεροι, αρνούνται τήν ύπαρξη του κυριότερου συντελεστή της περιόδου που μελετούν. Αυτό συμβαίνει κυρίως με τό Βυζάντιο καί την νεώτερη Ελληνική Ιστορία.



Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Προσευχή απογόνου Ποντίων προσφύγων για τα θύματα της γενοκτονίας και για τον θύτη.




  Χριστέ μου, συγχώρεσε τους προγόνους μου στον Πόντο, αν με ότι κάνανε ή παρέλειψαν να κάνουν, εκούσια ή ακούσια, συνέβαλαν να βλαφτεί άνθρωπος, Χριστιανός ή Μουσουλμάνος.

  Ανάπαυσε τους κεκοιμημενους Χριστιανούς δούλους σου, στα τάγματα εργασίας, στις πορείες θανάτου, στις σφαγές από τούς τσέτες, τούς χωροφύλακες καί τόν τακτικό τουρκικό στρατό στα χωριά καί στίς πόλεις, ανάπαυσε τούς νεκρούς τών ανταρτικών σωμάτων μας, τού ταξιδιού της ανταλλαγής και τών δυσκολιών των πρώτων χρόνων στην Ελλάδα.

  Επιπλέον, συγχώρεσε μας γιά όσες ζωές μουσουλμάνων στρατιωτών και γυναικοπαίδων αφαιρέσαμε, οι Έλληνες, κατά τον εκατονταετή (1821-1922) δίκαιο αγώνα της απελευθέρωσης μας από τον βάρβαρο Οθωμανό κατακτητή και δυνάστη.

  Συγχώρεσε μας για τά γυναικόπαιδα πού σκοτώσαμε κατά τήν άλωση της Τριπολίτσάς, μέ ευθύνη ημών, ως ατάκτων, κατά παράβασιν τών εντολών των ηγετών μας, καί υιοθετώντας τά βάρβαρα ήθη του Οθωμανού κατακτητή μας. Επίσης, συγχώρεσέ μας για την όποια κακοποίηση και εκτέλεση αιχμαλώτων κάναμε, τότε  καί μετά, παρά τις επίσημες οδηγίες,  παραβαίνοντας την πίστη μας και παραδιδομενοι στον αντικείμενο.

  Χριστέ μου, σέ παρακαλώ, συγχώρεσε τους σφαγείς μας, Οθωμανούς,  νεότουρκους και κεμαλικους, και βοήθα τους απογόνους τους να μετανοήσουν και να αναγνωρίσουν το έγκλημα της προσχεδιασμένης γενοκτονίας των Χριστιανών της Μ.Ασίας πού διενεργήθηκε ψυχρά, μεθοδικά και απάνθρωπα από το 1914 έως το 1922.

  Στον διαμελισμό της Τουρκίας που θα γίνει, κατά τις προφητείες των Αγίων σου, και κατά την λύση της  μουσουλμανικής κατοχής της Κωνσταντινούπολης και των Αγίων εδαφών της Μ. Ασίας, σε παρακαλούμε να μην χυθεί αίμα, χριστιανού, μουσουλμάνου ή άθεου αμάχου, ούτε αίμα αιχμαλώτων στρατιωτών.
Αμήν
 Γ.Π.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Οδηγίες γερόντων για τόν πνευματικό αγώνα

Από τόν "νεκρό γιά τόν κόσμο"
Η θεία χάρη, η θεία γνώση & η ανθρώπινη πράξη (Οι τρεις τάξεις της Χάριτος)


Γέρoντος Ιωσήφ του Ησυχαστή


ΟΟΔΕ


Σε τρεις τάξεις διαιρείται η χάρις [=η θεία χάρη, η άκτιστη θεϊκή ενέργεια που έρχεται στον άνθρωπο από το Θεό]: Καθαρτική, φωτιστική, τελειωτική [=που τελειοποιεί]. Σε τρεις και η ζωή μας: Κατά φύσιν, υπέρ φύσιν, παρά φύσιν. Σε αυτές τις τρεις τάξεις ανέρχεται και κατέρχεται. Τρία είναι και τα μεγάλα χαρίσματα, που λαμβάνει: Θεωρία, αγάπη, απάθεια.


Λοιπόν στην «πράξιν» συνεργεί χάρις καθαρτική, η οποία βοηθά στην κάθαρση. Και κάθε ένας, που μετανόησε, η χάρις είναι που τον προτρέπει στη μετάνοια.


Και όσα κάνει της χάριτος είναι, αν και δεν το γνωρίζει αυτός που την έχει, όμως αυτή τον τροφοδοτεί και τον οδηγεί. Και ανάλογα με την προκοπή του, ανέρχεται ή κατέρχεται ή μένει στην ιδία κατάσταση.


Εάν έχει ζήλο και αυταπάρνηση ανεβαίνει σε θεωρία ["Ν": η λέξη θεωρία, στη γλώσσα της Ορθοδοξίας, σημαίνει όραση, οπτασία, γνώση], την οποία διαδέχεται φωτισμός θείας γνώσεως και λίγη απάθεια. Εάν ψυχρανθεί ο ζήλος, η προθυμία, τότε συστέλλεται και η ενέργεια της χάριτος.


Γι’ αυτόν που λες ότι γνωρίζει να προσεύχεται, είναι εκείνος που γνωρίζει τι εύχεται και τι ζητά από τον Θεό. Αυτός που γνωρίζει να προσεύχεται δεν βαττολογεί, δεν ζητά περιττά· αλλά γνωρίζει τον τόπο, τον τρόπο και τον καιρό και ζητά τα αρμόδια και ωφέλιμα της ψυχής του. Επικοινωνεί νοερά με το Χριστόν. Τον πιάνει και τον κατέχει και «δεν θα σε αφήσω, λέγει, εις τον αιώνα».


Εκείνος που προσεύχεται ζητά την άφεση των αμαρτιών, ζητά το έλεος του Κυρίου. Εάν ζητά και μεγάλα, όχι στον κατάλληλο καιρό, δεν του τα δίδει ο Κύριος. Διότι ο Θεός τα δίνει με τάξη.


Και, αν εσύ τον “κουράζεις” ζητώντας, αφήνει το πνεύμα της πλάνης και προσποιείται τη χάρη και σε πλανά, δείχνοντάς σου άλλα αντί άλλων. Γι’ αυτό δεν είναι ωφέλιμο να ζητά κανείς τα υπέρμετρα. Αλλά, και αν εισακουσθεί προ του καθαρισμού, όταν δεν είναι στην τάξη, γίνονται φίδια και βλάπτουν.


Συ έχε μετάνοια καθαρή, κάνε σε όλους υπακοή, και μόνη της η χάρη θα έλθει χωρίς εσύ να το ζητάς.


Ο άνθρωπος σαν βρέφος που ψελλίζει ζητά από τον Θεό το θέλημά του το άγιο. Ο Θεός, σαν Πατέρας υπεράγαθος, του δίδει τη χάρη, αλλά του δίδει και πειρασμούς. Εάν υπομένει αγόγγυστα τους πειρασμούς λαμβάνει προσθήκη της χάριτος. Όση περισσότερη χάρη λαμβάνει, τόσο αυξάνονται και οι πειρασμοί.


Οι δαίμονες, όταν πλησιάζουν, για να σε πολεμήσουν, δεν πηγαίνουν εκεί που εσύ εύκολα θα τους νικήσεις, αλλά δοκιμάζουν, πού έχεις αδυναμία. Εκεί που εσύ δεν τους περιμένεις, εκεί πολιορκούν το κάστρο. Και, όταν βρουν ψυχή ασθενική και μέρος αδύνατο, πάντα εκεί νικούν και τον κάνουν υπεύθυνο για την ήττα του.


Ζητάς χάρη από τον Θεό; Αντί χάριτος σου αφήνει πειρασμό. Δεν αντέχεις τον πόλεμο, πέφτεις; Δεν σου δίνεται προσθήκη της χάριτος. Πάλι ζητάς; Πάλι ο πειρασμός. Πάλι ήττα; Πάλι στέρηση εφ’ όρου ζωής.


Πρέπει λοιπόν να βγεις νικητής. Άντεξε τον πειρασμό μέχρι θανάτου. Πέσε πτώμα στη μάχη, φωνάζοντας κάτω παράλυτος: «Δεν θα σε αφήσω, γλυκύτατε Ιησού! Ούτε θα σε εγκαταλείψω! Αχώριστος θα μείνω στον αιώνα, και για την αγάπην Σου ξεψυχώ στη μάχη». Και ξαφνικά εμφανίζεται στη μάχη και φωνάζει δυνατά: «Εδώ είμαι! Μάζεψε όλες τις δυνάμεις σου και ακολούθησέ με!


Συ δε γεμίζεις όλος φως και χαρά: Αλλοίμονο σε μένα τον δυστυχή! Αλλοίμονο σε μένα τον πονηρό και αχρείο! Προηγουμένως άκουα για σένα, τώρα δε σε είδαν οι οφθαλμοί μου· γι’ αυτό και κατηγόρησα τον εαυτόν μου, τον θεώρησα δε χώμα και στάχτη».


Τότε γεμίζεις από θεία αγάπη. Και φλέγεται η ψυχή σου σαν του Κλεόπα. Και σε καιρό πειρασμού δεν καταλείπεις πλέον τη μάχη, αλλά υπομένεις τις θλίψεις σκεπτόμενος- ότι όπως πέρασε ο ένας πειρασμός και ο άλλος, έτσι θα περάσει και αυτός.


Όταν όμως δειλιάζεις και γογγύζεις [=παραπονιέσαι, γκρινιάζεις] και δεν υπομένεις τους πειρασμούς, τότε, αντί να νικάς πρέπει διαρκώς να μετανοείς· για τα σφάλματα της ημέρας, για την αμέλεια της νύκτας. Και, αντί να αυξάνεται η χάρις, μεγαλώνεις τις θλίψεις σου.


Γι’ αυτό μη δειλιάζεις μη φοβάσαι τους πειρασμούς. Και αν πέσεις πολλές φορές, σήκω. Μη χάνεις τη ψυχραιμία σου. Μην απογοητεύεσαι. Σύννεφα είναι και θα περάσουν.


Και όταν, με τη βοήθεια της χάριτος που σε καθαρίζει από όλα τα πάθη, περάσεις όλα αυτά που λέγονται «πράξις», τότε γεύεται ο νους φωτισμό και κινείται σε θεωρία.


Και πρώτη θεωρία είναι των όντων:


Πως όλα τα δημιούργησε για τον άνθρωπον ο Θεός, και αυτούς ακόμη τους Αγγέλους για να τον υπηρετούν. Πόσην αξία, πόσο μεγαλείο, τι μεγάλο προορισμό έχει ο άνθρωπος – αυτή η πνοή του Θεού! Όχι για να ζήσει εδώ τις λίγες ημέρες της εξορίας του, αλλά να ζήσει αιώνια με τον Πλάστη του. Να βλέπει τους θείους Αγγέλους.


Να ακούει την άρρητη μελωδία τους. Τί χαρά! Τί μεγαλείο! Μόλις τελειώνει αυτή η ζωή μας και κλείνουν τα μάτια, αμέσως ανοίγουν τα άλλα και αρχίζει η νέα ζωή. Η αληθινή χαρά, που πλέον τέλος δεν έχει.


Αυτά σκεπτόμενος βυθίζεται ο νους σε μία ειρήνη και γαλήνη, που απλώνεται σε όλο το σώμα, και ξεχνά τελείως ότι υπάρχει σ’ αυτή τη ζωή.


Τέτοιες θεωρίες διαδέχονται η μία την άλλη. Όχι να πλάθει φαντασίες με το νου του, αλλά η κατάσταση είναι τέτοια – ενέργεια χάριτος, που φέρνει νοήματα και ασχολείται ο νους στη θεωρία. Δεν τα πλάθει ο άνθρωπος· μόνα τους έρχονται και αρπάζουν το νου στη θεωρία. Και τότε απλώνεται ο νους και γίνεται διαφορετικός. Φωτίζεται.


Είναι όλα ανοικτά σ’ αυτόν. Γεμίζει σοφία, και σαν υιός κατέχει τα του Πατρός του. Ξέρει ότι είναι μηδέν, πηλός, αλλά και υιός Βασιλέως. Δεν έχει τίποτε, άλλα όλα τα έχει. Γεμίζει θεολογία.


Φωνάζει αχόρταστα, με πλήρη επίγνωση, ομολογώντας ότι η ύπαρξή του είναι μηδέν. Η καταγωγή του είναι ο πηλός· η δε ζωτική δύναμή του, η πνοή τού Θεού – ή ψυχή του. Αμέσως πετά η ψυχή στον ουρανό! – Είμαι το εμφύσημα, η πνοή του Θεού! Όλα διεσώθησαν, έμειναν στη γη, απ’ όπου και ελήφθησαν! Είμαι Βασιλέως αιωνίου υιός! Είμαι θεός κατά χάρη! Είμαι αθάνατος και αιώνιος! Είμαι, μετά μία στιγμή, κοντά στον ουράνιο Πατέρα μου!


Αυτός είναι ο αληθινός προορισμός του ανθρώπου· γι’ αυτό πλάσθηκε, και οφείλει να έλθει απ’ όπου ήλθε. Τέτοιου είδους είναι οι θεωρίες, με τις οποίες ασχολείται ο πνευματικός άνθρωπος. Και περιμένει την ώρα που θα αφήσει το χώμα και θα πετάξει η ψυχή στα ουράνια.


Έχε θάρρος λοιπόν, παιδί μου, και με αυτή την ελπίδα υπόμενε κάθε πόνο και θλίψη. Αφού μετά από λίγο θα αξιωθούμε να απολαύσουμε αυτά. Για όλους μας είναι τα ίδια. Όλοι είμαστε παιδιά του Θεού. Αυτόν φωνάζουμε ημέρα και νύκτα και την γλυκειά μας Μανούλα, τη Δέσποινα του Παντός, την οποίαν όποιος παρακαλεί, δεν τον αφήνει ποτέ.


Πηγή: «Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», Επιστολή Ι΄, εκδ. Ιεράς Μονής Φιλοθέου, σ. 84-88. Aπόσπασμα σε νεοελληνική απόδοση.

Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

Η Ερμηνεία του Ονείρου μου και στοιχεία εν Χριστώ ιατρικής






Τα τελευταία, ίσως έξι, χρόνια, χρόνια «μαλακής» αθεΐας, δύο με τρείς φορές τον Χρόνο έβλεπα το εξής όνειρο:

Πλησιάζω το παλαιό κτήριο της Ιατρικής του ΑΠΘ, για να ψάξω την έδρα των ..Θρησκευτικών («Φυσικά» η ιατρική δεν έχει μάθημα θρησκευτικών..): Είναι το τελευταίο μάθημα που πρέπει να δώσω για να πάρω το πτυχίο.
Με διακατέχει μία έντονη αγωνία: Μα πώς ασκώ 23 χρόνια την ιατρική χωρίς να έχω πάρει το πτυχίο;
Ψάχνω, μα αδυνατώ να βρω τα γραφεία τής έδρας , ούτε βρίσκω κάποιον πίνακα ανακοινώσεων με την ημερομηνία εξέτασης στο μάθημα ώστε να προσέλθω, να εξεταστώ και να πάρω το πτυχίο.

Την τελευταία φορά πού ξαναείδα το όνειρο, πέρσι το Φθινόπωρο, αυτό εξελίχθηκε: Σε μια στριφογυριστή σκάλα, κάπου προς τα κάτω, μακριά από μένα, η πόρτα της έδρας των Θρησκευτικών.

Προχθές, μετά την πρωινή προσευχή, μού ήλθε σαν γαλήνια έκλαμψη η ερμηνεία του ονείρου μου: ΙΑΤΡΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ, ΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΑΝ ΕΞΑΣΚΕΙΤΑΙ, ΕΙΝΑΙ ΑΤΕΛΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗ

Τον τελευταίο μήνα, χωρίς να θυμάμαι το όνειρο, κατέληξα, με την βοήθεια της Θείας Χάριτος, στο συμπέρασμα πώς η ιατρική, χωρίς αίσθηση ζωής αιωνίου από πλευράς τουλάχιστον του Ιατρού είναι λειψή ιατρική:

1. Ο Γιατρός πού δεν κατανοεί πώς το άγχος της καθημερινής μέριμνας (αγωνία κτήσης-φόβος απώλειας κτηθέντος) βρίσκεται πίσω από την νοσογένεση, αναγκαστικά θα είναι ολίγον ή και πολύ αναποτελεσματικός.
2. Ο Γιατρός πού δεν καταλαβαίνει πώς μεγάλο μέρος του καθημερινού στρές προέρχεται από την άμυνα και την επίθεση του εγωισμού μας (δευτερογενή ναρκισσισμό τον λέει η ψυχολογία), αναγκαστικά θα αντιμετωπίζει τό σύμπτωμα και όχι την αιτία.
3. Ακόμα και αν αντιλαμβάνεται τα παραπάνω ο ιατρός, θα στέκει αμήχανος μπροστά σε αυτά, ΔΙΟΤΙ Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΟΥΣ. Ακόμα και η ψυχιατρική, ενώ μπορεί να εντοπίσει αιτίες στο υποσυνείδητο, ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ.
4. Εδώ, τώρα έρχεται τό αναγκαίο δύσκολο άλμα: Αν ο γιατρός βρει Θεό, αντιλαμβάνεται πώς η αρρώστια είναι αποτέλεσμα της απομάκρυνσης του ανθρώπου από τον Θεό:
α) Ο νους, αντλούσε χαρά, νόημα πληρότητα και άφατη ικανοποίηση στήν θέα του Θεού, πριν από την επιλογή μας της απομάκρυνσης από Αυτόν.Τότε δούλευε το σύνολο του εγκεφάλου μπροστά στην θέασή Του. Τώρα, οι νευροβιολόγοι λένε ότι δουλεύει ένα μικρό ποσοστό και δεν μπορούν να καταλάβουν σε τι χρησίμευε το αχρησιμοποίητο.
β) Μετά την απομάκρυνσή μας από τόν Θεό, ο εγκέφαλός μας αναζήτησε τήν χαμένη χαρά και πληρότητα, στο υλικό των αισθήσεων. Και επειδή αυτές ποτέ δεν μπορούν να του παρέχουν το μέγεθος της χαμένης χαράς, εγκλωβιζόμαστε στον φαύλο κύκλο της ατέρμονης και απελπισμένης αναζήτησης ηδονής μέσα από αυτές. Δεν φταίνε οι αισθήσεις. Φταίει ο τρόπος χρήσης τους από τον νουν. Συχνά αυτός ο φαύλος κύκλος καταλήγει σε πλήρη υποδούλωση του νου στην ηδονοθηρία: Βουλιμία, σεξομανία, νοσηρή και απελπισμένη καί διαρκώς απογοητεύουσα αναζήτηση μουσικών ακουσμάτων, γεύσεων, τοπίων, ακραίων εμπειριών, διαφημιζομένων προϊόντων, κλπ
γ) Αυτό τό αίσθημα του διαρκώς ανικανοποίητου, καί το διαρκές στρές-φόβος-αγωνία πώς πάλι δεν θα βρω νόημα με αυτό που επιδιώκω, άντε να γαντζωθώ στην λίγη χαρά που βρήκα και αμάν να μην την χάσω. ισοδυναμεί με ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΑΓΧΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ, ΣΕ ΜΙΑ ΖΩΗ ΚΕΝΗ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΠΟΔΡΑΣΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ που κατανοείται ως οριστικό τέλος.

Η θεραπεία αρχίζει να αχνοφαίνεται όταν ο Γιατρός καταλάβει, πώς η σωτηρία του ιδίου και του αρρώστου ξεκινά ΟΤΑΝ Ο ΝΟΥΣ ΞΑΝΑΣΤΡΑΦΕΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Τότε η ζωή ξαναβρίσκει τό φυσικό της νόημα, αυτό για το οποίο έχει κατασκευασθεί ο εγκέφαλός μας, αυτό που δεν τον αρρωσταίνει, ΤΟ ΜΟΝΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΝΟΗΜΑ. Και αρχίζουν να απομακρύνονται οι συνέπειες της παρά φύσιν ζωής. Τότε η σκέψη, οι επιθυμίες, οι αισθήσεις, αποκτούν άλλον προσανατολισμό και δεν βραχυκυκλώνουν τον εγκέφαλο. Τότε παύει η νοσογένεση και ο άνθρωπος ΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ. Καί όταν πεισθεί πώς ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ αλλά αλλάζει κατάσταση, έτσι , γιατί τό υποσχέθηκε από αγάπη ο Θεός, (καί τό πραγμάτωσε μέ τήν Ανάσταση του σώματος του Χριστού), ενώ τίποτα δεν Τον υποχρέωνε να τό κάνει, ΤΟΤΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟΚΤΑ ΖΩΗ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΣΗ ΖΩΗΣ ΑΙΩΝΙΟΥ. Δηλαδή; Δηλαδή ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ.
Έ άντε να ξαναρωτήσει στα σοβαρά αυτός πλέον… Και όταν έρθει η φυσική φθορά, θα την υπομείνει με ελπίδα, πληρότητα και χαρά ακόμα, διότι ξέρει πώς μπροστά είναι τό καλύτερο (με μερικές προϋποθέσεις βέβαια, που και αυτές μας τις είπε ο Χριστός).
Σέ αυτά, λοιπόν, είχα καταλήξει, όταν η Θείς Χάρις του Αγίου Πνεύματος, μου παρείχε την ερμηνεία του ονείρου μου, που προφανώς Αυτό μου εδώριζε ταπεινα και με αγάπη τόσα χρόνια, λέγοντάς μου αυτό πού εγώ, τότε, δεν καταλάβαινα: Ιατρική χωρίς Θεό, είναι λειψή Ιατρική.

Πατέρα μας, Χριστέ μας, Αγιό μας Πνεύμα, Σας ευχαριστώ γιά τίς συνεχείς σας δωρεές προς την αθλιότητά μου. Αυτή και μόνον η ενέργειά σας, καταδεικνύει τήν άφατη, ασύλληπτη ΑΓΑΠΗ Σας για τούς ανθρώπους…
Αφού φτάσατε στο σημείο να αγαπάτε και να ελεείτε έμεναν, έναν άθλιο που την Χριστοπαναγία την είχε ψωμοτύρι…

Χριστέ μου, Σέ σταύρωνα καθημερινά, και εσύ στεκόσουν και μού έλεγες: Σταύρωσέ Με αδελφέ, γιατί εγώ είμαι σκέτη Αγάπη γιά σένα..
Σταύρωνέ Με καθημερινά, αν είναι κάποτε να δεις τό Φως.
Σταύρωνέ με καθημερινά, γιατί εγώ δεν ήλθα να σε κρίνω, αλλιώς θα σε σταύρωνα Εγώ.
Σταύρωνέ με καθημερινά, παιδί Μου, γιατί εγώ σε αγαπάω ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ, γατί ΓΙ ΑΥΤΟ ΣΕ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΑ, γιά να γίνεις κατά Χάριν Μου σαν καί Εμένα, γιατί ΕΤΣΙ ΖΩ ΚΙ ΕΓΩ: Ως Πατέρας αγαπώ άνευ όρων τόν Υιό και τό Πνεύμα, ως Υιός αγαπώ άνευ όρων τόν Πατέρα και το Πνεύμα, και ως Πνεύμα αγαπώ άνευ όρων τόν Πατέρα καί τόν Υιό.
Καί αν κάποιοι Με εμφανίζουν ως γεροπαράξενο τιμωρό, απλώς ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ πλανεμένο Μου παιδί…