Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Βιβλιοπαρουσίαση: Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), «Πιστοί στη διαθήκη της αγάπης»

(του Γεωργίου Μαντζαρίδη)
Αναδημοσίευση απο τό ιστολόγιο "ΟΜΟΛΟΓΊΑ ΠΙΣΤΕΩΣ"

Στην πάντοτε προσεγμένη σειρά των εκδόσεων της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, προστέθηκε ένα ακόμα εξαίρετο βιβλίο, εμπνευσμένο από τον μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο και γραμμένο από το αγαπητό πνευματικό τέκνο και συνεχιστή του έργου του αρχιμανδρίτη Ζαχαρία. Το βιβλίο αυτό σκιαγραφεί τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής με βάση την θεολογία του Γέροντα Σωφρονίου.

Εισαγωγικά παρουσιάζεται με αριστουργηματικό τρόπο ο χαρακτήρας και η εξελεκτική πορεία της πίστεως. Η εισαγωγική πίστη δεν γεννιέται από φόβο, αλλά προηγείται του φόβου και γεννά ακολούθως τον ευεργετικό φόβο του Θεού που αιχμαλωτίζει την καρδιά του ανθρώπου. Επισημαίνονται λανθασμένα είδη πίστεως και «ένα δαιμονικό είδος της, που δεν οδηγεί στη σωτηρία, διότι δεν περιέχει αγάπη· είναι σκέτη πεποίθηση -ψυχρή, διανοητική και νεκρή» (σ. 17). Ο δεύτερος βαθμός πίστεως, που συνδέεται με την χαρισματική απόγνωση, είναι αυτός που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «ελπίδα παρ’ ελπίδα». Τέτοια ήταν η πίστη του Αβραάμ. Πρόκειται για την πίστη που μεταφέρει τον άνθρωπο «από την όχθη της κτιστής πραγματικότητας στην όχθη της άκτιστης, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπου» (σ. 30). Ο τρίτος τέλος βαθμός πίστεως είναι εκείνος που δεν αφήνει περιθώριο και για το πιο ελάχιστο ίχνος αμφιβολίας. Τέτοια είναι η πιστότητα του δικαίου.

Παραμερίζοντας ακολούθως τις γνωστές διακρίσεις των σταδίων της πνευματικής ζωής, που συχνά παρουσιάζονται σε βιβλία ορθόδοξης «πνευματικότητας» (κάθαρση, φωτισμός, θέωση), παρατηρεί ότι ο Γέροντας Σωφρόνιος ήταν απρόθυμος στην διατύπωση γενικεύσεων και παρομοίαζε την πνευματική ζωή με σφαίρα· οποιοδήποτε σημείο της αγγίξουμε, μας φέρνει σε επαφή με το όλο. Κάθε φορά που ο Θεός αγγίζει την καρδιά μας, κατεργάζεται μέσα μας κάθαρση, φωτισμό και θέωση από την αρχή της ζωής μας κοντά του. Η οδός κάθε ανθρώπου προς τον Θεό και η σχέση του μαζί του είναι κάτι μοναδικό. Έτσι και η αρχική ακόμα χάρη που λαμβάνει κάποιος, μπορεί να φθάνει το μέτρο των τελείων. Έχοντας όμως παρατηρήσει ότι μερικά φαινόμενα επαναλαμβάνονται διαχρονικά στην ζωή των ανθρώπων, κατέληξε στην θεώρηση της πνευματικής ζωής στα ακόλουθα τρία στάδια: α) Στην επίσκεψη του Αγίου Πνεύματος, κατά την οποία ο άνθρωπος συνάπτει διαθήκη με τον Θεό, β) στον μακροχρόνιο και σκληρό αγώνα που διέρχεται ο άνθρωπος, όταν ο Θεός αποσύρει την χάρη του και γ) στην μόνιμη ανάκτηση της χάριτος. Η έμφαση βέβαια βρίσκεται στο δεύτερο στάδιο, ενώ ο ίδιος είχε ζήσει όλα τα στάδια αυτά, και γι’αυτό ήταν σε θέση να αναγνωρίζει καθένα και να προσφέρει βοήθεια σε όσους κατέφευγαν σε αυτόν.

Το εισαγωγικό μέρος του βιβλίου τελειώνει με την παράγραφο «Μετά τον συσσεισμό, το Πνεύμα της αληθείας» (σ. 57-77). Η συντριβή, παρατηρεί ο συγγραφέας, είναι ο πρόδρομος της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος. Η συντριβή αυτή ταπεινώνει την καρδιά του ανθρώπου, και η ταπείνωση την διευρύνει, ώστε να μπορεί να δεχθεί το Πνεύμα το Άγιο. Το «πολυτελές και εύθραυστο χάρισμα του ταπεινού Αγίου Πνεύματος» χρειάζεται την ορθή ανταπόκριση του ευεργετημένου ανθρώπου. Αν αυτός προβεί σε επίδειξή του κινούμενος από υπερηφάνεια, θα το χάσει, αλλά και θα προκαλέσει τους άλλους. Γι’αυτό οι μοναχοί αγωνίζονται να κρύψουν οποιοδήποτε δώρημα της χάριτος και να μη φανερώσουν την εσωτερική τους κατάσταση.

Το κύριο μέρος του βιβλίου διαιρείται σε τέσσερα κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στο πρώτο στάδιο της πνεύματικής ζωής με επιγραφή το βιβλικό κείμενο «Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ιω. 4,19). Τό δεύτερο και το τρίτο κεφάλαιο με τις επίσης βιβλικές επιγραφές «Ο Κύριος της δόξης εβρόντησε» ( Ψαλμ. 21,3) και « Άπαντα κατεργασάμενοι στήναι» (Εφεσ. 6,13) αντίστοιχα, αναφέρονται στο δεύτερο στάδιο. Τέλος στο τρίτο στάδιο αναφέρεται το τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου με την επιγραφή «Εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» ( Ψαλμ. 2,4).

Όσο βαθιά και αν έχει διαφθαρεί η καρδιά μας από την αμαρτία, παρατηρεί ο συγγραφέας, έρχεται ώρα που σαν τον Ζακχαίο φλεγόμαστε από τον πόθο να γνωρίσουμε τον Κύριο, να μάθουμε ποιός ακριβώς είναι. Η θεωρία του προσώπου του Κυρίου είναι το «εν ου εστι χρεία». Στο τέλος της πρώτης ενότητας του πρώτου κεφλαίου, όπως και αρκετών άλλων ενοτήτων του βιβλίου, παρατίθενται ερωταποκρίσεις που διευκρινίζουν και αναλύουν πτυχές του προηγηθέντος θέματος.

Εύστοχα τονίζεται ότι η θεολογία είναι σαν τις εμπειρικές επιστήμες. Πειραματιζόμαστε και μαθαίνουμε για τον Θεό και τις οδούς του. Θέτουμε την αλήθεια του Θεού υπό δοκιμασίαν, διατυπώνοντας ως υπόθεση τις εντολές του Χριστού. Έτσι π.χ. στην περίπτωση του μακαρισμού των πενθούντων («Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται») ως υπόθεση τίθεται το ότι, αν πενθούμε, θα λάβουμε παράκληση από τον Θεό. Αυτό μπορεί να βιωθεί εμπειρικά. Το μόνο που χρειάζεται είναι να θελήσει ο άνθρωπος να εκτελέσει το πείραμα (σ. 106-107).

Κάθε συνάντηση με τον Θεό αποτελεί έκπληξη. Από τα παραδείγματα του Ζακχαίου, του Ναθαναήλ και της Σαμαρείτιδας διαπιστώνεται η δυνατότητα της συναντήσεως με τον Θεό οπουδήποτε και σε οποιαδήποτε στιγμή της ανθρώπινης ζωής. Η επίσκεψη της χάριτος αποτελεί το προοίμιο μιας προσωπικής συμφωνίας με τον Θεό, που επικυρώνεται στο Βάπτισμα η στην μοναχική κουρά. Το πρώτο στάδιο της πνευματικής ζωής είναι μία δυναμική περίοδος μεγάλου πνευματικού πλουτισμού, που εμπνέει ορισμένους να εγκαταλείψουν τον κόσμο και να ακολουθήσουν την μοναχική ζωή. Όταν συμβεί αυτό, η νίκη επάνω στον κόσμο κατορθώνεται κατά το ήμισυ. Με την αναχώρηση από τον κόσμο γίνεται η σταύρωση του κόσμου. Υπολείπεται όμως να γίνει και το δεύτερο ήμισυ, η σταύρωση δηλαδή του ανθρώπου για τον κόσμο, που απαιτεί τιτάνιο αγώνα. Το στάδιο αυτό χαρακτηρίζεται από την υποστολή της χάριτος, οπότε ο άνθρωπος καλείται να αποδείξει ότι είναι αληθινά τέκνο του Θεού. Όπως επισήμαινε ο Γέροντας Σωφρόνιος, παρατηρεί ο συγγραφέας, «δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικότητα στον άνθρωπο που δεν διδάχθηκε από τον Θεό και δεν βίωσε την άρση της χάριτος. Η έλλειψη της εμπειρίας αυτής τον καθιστά ατελή και τον αποκλείει από το σύνολο των πιστών» (σ. 197).

Σε γενικές γραμμές, παρατηρεί ο συγγραφέας, το δεύτερο στάδιο της πνευματικής ζωής αποτελεί περίοδο σταυρώσεως σε δύο είδη σταυρών· έναν ορατό και έναν αόρατο. Σημειώνει μάλιστα ότι και η προσεκτικότερη εξέταση των Μακαρισμών φανερώνει ότι αυτοί «ξεκινούν από τον αόρατο σταυρό, δηλαδή την πνευματική πτωχεία, για να καταλήξουν στον ορατό σταυρό της διώξεως η του μαρτυρίου» (σ. 258). Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται από τον συγγραφέα στην εύρεση της «βαθειάς καρδιάς». Αν δεν αγωνιστούμε φιλότιμα, γράφει, να ζούμε μέσα στην καρδιά μας, θα μείνουμε τυφλοί, υποχείριοι στα ατιθάσευτα πάθη μας. Οι ροπές της καρδιάς και της διάνοιάς μας ξεφεύγουν από τον έλεγχό μας και αμαρτάνουμε είτε το επιθυμούμε είτε όχι. Έχουμε χρέος να διατηρούμε και να καλλιεργούμε το έδαφος της καρδιάς μας, γιατί ο κρυπτός της καρδιάς άνθρωπος είναι «πολυτελής» ενώπιον του Θεού (σ. 347).

Παρουσιάζοντας το τρίτο στάδιο της πνευματικής ζωής ο συγγραφέας σημειώνει ότι συγκρινόμενο με το πρώτο είναι κατά πολύ πλουσιότερο και ότι η χάρη του Θεού ενοικεί πλέον στον άνθρωπο μόνιμα και σταθερά. Το στάδιο αυτό χαρακτηρίζεται ακόμα από την σταθερότητα μιας βαθύτερης αγάπης. Αναλύοντας ακολούθως την έννοια της ευαγγελικής αγάπης παρατηρεί ότι αυτή οδηγεί σε πολύ υψηλότερα από τα συνήθη μέτρα και η εκπλήρωσή της καθιστά τους ανθρώπους όμοιους προς τον Θεό. Όποιος φτάνει στο μέτρο της αγάπης προς τους εχθρούς, αυτός νικά τον θάνατο. Η αγάπη αυτή είναι η «αφροσύνη» της χριστιανικής πίστεως και «η μωρία του σταυρού» (σ. 481).

Η τελευταία παράγραφος του τρίτου σταδίου, με την οποία κλείνει και το βιλίο, αναφέρεται στην «χαρισματική ταπείνωση». Οι Πατέρες της Εκκλησίας περιγράφουν πολλά είδη ταπεινώσεως. Ο συγγραφέας τυποποιεί τρία είδη· α) την ψυχολογική ταπείνωση, κατά την οποία ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την αμαρτωλότητά του και αισθάνεται την ανάγκη της θεραπείας, β) την ασκητική ταπείνωση, κατά την οποία θεωρεί τον εαυτό του χειρότερο από όλους, και γ) την απόλυτη η τέλεια ταπείνωση, την οποία ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης αποκαλεί «ταπείνωση του Χριστού». Ο άγιος Σιλουανός έθεσε ως στόχο της ζωής του την ταπείνωση και αξιολογούσε τον εαυτό του με βάση την τελειότητα της ταπεινώσεως (σ. 507). Η ταπείνωση αυτή, που έχει χαρισματικό χαρακτήρα, ελευθερώνει την καρδιά του ανθρώπου από το φορτίο των προσκολλήσεών της και την οδηγεί στην θεία παγκοσμιότητα. Στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται πίνακας αγιογραφικών χωρίων.

----------------------------------------------------------------
πηγή: Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Πιστοί στη διαθήκη της αγάπης, Ιερά Σταυποπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2012. σσ. 528.

πηγή ηλεκτρ/κού κειμένου: www.pemptousia.gr

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

"Τὸ μεγάλο στοίχημα μεταξύ πιστῶν καὶ ἀπίστων"


(του Φώτη Κόντογλου)

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο "ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ"


Τὴ Λαμπροδευτέρα τὸ βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, πρὶν νὰ πλαγιάσω γιὰ νὰ κοιμηθῶ, βγῆκα στὸ μικρὸ περιβολάκι ποὺ ἔχουμε πίσω ἀπὸ τὸ σπίτι μας, καὶ στάθηκα γιὰ λίγο, κοιτάζοντας τὸ σκοτεινὸ οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα.
Σὰν νὰ τὸν ἔβλεπα πρώτη φορά. Μοῦ φάνηκε πολὺ βαθύς, καὶ σὰν νὰ ἐρχότανε ἀπὸ πάνω μία μακρινὴ ψαλμωδία. Τὸ στόμα μου εἶπε σιγανά: «Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ». Ἕνας ἁγιασμένος γέροντας μοῦ εἶχε πεῖ μία φορὰ πὼς κατὰ τοῦτες τὶς ὧρες ἀνοίγουνε τὰ οὐράνια. Ὁ ἀγέρας μοσκοβολοῦσε ἀπὸ τὰ λουλούδια κι ἀπὸ τὰ ἁγιοχόρταρα, ποὺ ἔχουμε φυτέψει. «Πλήρης δ᾿ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης τοῦ Κυρίου».
Θὰ στεκόμουνα ἔχει πέρα μοναχὸς ὡς τὸ ξημέρωμα. Σὰν νὰ μὴν εἶχα σῶμα, μήτε κανένα δεσμὸ μὲ τὴ γῆ. Ἀλλὰ συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα στὸ σπίτι καὶ ἀνησυχήσουνε ποὺ ἔλειπα, καὶ γι᾿ αὐτὸ μπῆκα μέσα καὶ ξάπλωσα.
Δὲ μὲ εἶχε θολώσει καλὰ-καλὰ ὁ ὕπνος, δὲν ξέρω ἂν ἤμουνα ξυπνητὸς ἢ κοιμισμένος, καὶ βλέπω μπροστά μου ἕναν ἄνθρωπο μὲ ἀλλόκοτη ὄψη. Ἤτανε κατακίτρινος, σὰν πεθαμένος, μὰ τὰ μάτια του ἤτανε σὰν ἀνοιχτὰ καὶ μ᾿ ἔβλεπε τρομαγμένος. Τὸ πρόσωπό του ἤτανε σὰν μάσκα, σὰν μούμια, μὲ τὸ πετσί του γυαλιστερό, μαυροκίτρινο, καὶ κολλημένο στὸ νεκροκέφαλο μὲ ὅλα τὰ βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σὰν λαχανιασμένος· στό ῾να χέρι του βαστοῦσε κάποιο παράξενο πράγμα, ποὺ δὲν κατάλαβα τί ἤτανε, καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο ἕσφιγγε τὸ στῆθος του, λὲς καὶ πονοῦσε.
Ἐκεῖνο τὸ πλάσμα μ᾿ ἔκανε ν᾿ ἀνατριχιάσω. τὸ κοίταζα, καὶ μὲ κοίταζε, δίχως νὰ μιλήσει, σὰν νὰ περίμενε νὰ τὸ γνωρίσω. Καὶ στ᾿ ἀλήθεια, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε τόσο ἀλλόκοτο, σὰν νὰ μοῦ εἶπε μία φωνή: «Εἶναι ὁ τάδε!». Μόλις ἄκουσα τὴ φωνή, τὸν γνώρισα ποιὸς ἤτανε. Τότε κι ἐκεῖνος ἄνοιξε τὸ στόμα του κι ἀναστέναξε. Μὰ ἡ φωνή του σὰν νὰ ἐρχότανε ἀπὸ πολὺ μακριά, σὰ νά ῾βγαινε ἀπὸ κανένα βαθὺ πηγάδι.
Ἔβλεπα πὼς βρισκότανε σὲ μία μεγάλη ἀγωνία, κι ὑπόφερα κι ἐγὼ μαζί του. Τὰ χέρια του, τὰ πόδια του, τὰ μάτια του, ὅλα φανερώνανε πὼς βασανιζότανε. Ἀπάνω στὴν ἀπελπισία μου, πῆγα κοντά του νὰ τὸν βοηθήσω, μὰ ἐκεῖνος μοῦ ῾κανε νόημα μὲ τὸ χέρι του νὰ σταματήσω.
Ἄρχισε νὰ βογκᾶ, μὲ τέτοιον τρόπο, ποὺ πάγωσα. Ἔπειτα μοῦ λέγει: «δὲν ἦρθα, μὲ στείλανε. Ἐγὼ ὁλοένα τρέμω! Βρίσκομαι σὲ ζάλη μεγάλη. Παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ μὲ λυπηθεῖ. Θέλω νὰ πεθάνω, μὰ δὲ μπορῶ. Ἄχ! Όσα ἔλεγες βγήκανε ἀληθινά. Θυμᾶσαι, λίγες μέρες πρὶν πεθάνω, ποὺ ἦρθες στὸ σπίτι μου καὶ μιλοῦσες γιὰ θρησκευτικά; Ἤτανε καὶ δυὸ ἄλλοι φίλοι μου, ἄπιστοι κι αὐτοὶ σὰν κι ἐμένα. Ἐκεῖ ποὺ μιλοῦσες, ἐκεῖνοι χαμογελούσανε. Σὰν ἔφυγες, μοῦ εἴπανε: Κρίμα, νά ῾χει τέτοιο μυαλό, καὶ νὰ πιστεύει στὶς ἀνοησίες ποὺ πιστεύουνε οἱ γριές! Μία ἄλλη μέρα, σοῦ εἶχα πεῖ ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες φορές: «Βρὲ Φ., μάζευε λεφτά, θὰ πεθάνεις στὴν ψάθα. Βλέπεις ἐγὼ πόσα ἔχω, καὶ πάλι θέλω κι ἄλλα».
Τότε μοῦ εἶπες: «Ἔχεις κάνει συμβόλαιο μὲ τὸν χάρο πὼς θὰ ζήσεις τόσα χρόνια ποὺ θέλεις, γιὰ νὰ καλοπεράσεις στὰ γερατειά σου;». Σοῦ λέγω ἐγώ: «Θὰ δεῖς πόσο χρόνο θὰ πάγω! Τώρα εἶμαι ἑβδομήντα πέντε. Θὰ περάσω τὰ ἑκατό. Ἔχω ἐξασφαλίσει τὰ παιδιά μου, ὁ γιός μου βγάζει λεφτὰ πολλά, τὴν κόρη μου τὴν πάντρεψα μ᾿ ἕναν πλούσιο ἀπὸ τὴν Ἀβησσυνία, ἐγὼ κι ἡ γυναίκα μου ἔχουμε καὶ παραέχουμε.
Ὄχι σὰν κι ἐσένα, ποὺ ἀκοῦς αὐτὰ ποὺ λὲν οἱ παπάδες Χριστιανικὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν. Τί θὰ βγάλεις ἀπὸ τὰ Χριστιανικὰ τὰ τέλη; Παρᾶ νά ῾χεις στὴν τσέπη σου, καὶ μὴ σὲ μέλει. Ἐγὼ νὰ δώσω ἐλεημοσύνη; καὶ γιατί ἔκανε φτωχοὺς ὁ πολυεύσπλαχνος Θεός σας; γιὰ νὰ τοὺς θρέφω ἐγώ; Ἂμ βάζουνε ἐσᾶς καὶ ταΐζετε τοὺς τεμπέληδες, γιὰ νὰ πᾶτε στὸ Παράδεισο! Ἀκοῦς ἐκεῖ Παράδεισο; Ἐγὼ ξέρεις πὼς εἶμαι γιὸς παπᾶ, καὶ τὰ γνωρίζω καλὰ αὐτὰ τὰ κόλπα. Μὰ νὰ τὰ πιστεύουνε αὐτὰ οἱ μικρόμυαλοι. Ὄχι ὅμως κι ἐσύ, ποὺ ἔχεις τέτοια σπουδή, καὶ νὰ πᾶς χαμένος. Ἐσύ, ὅπως πᾶς, θὰ πεθάνεις πρὶν ἀπὸ μένα, θὰ πάρεις καὶ στὸ λαιμό σου τὴν οἰκογένειά σου. μὰ ἐγώ, σοῦ λέγω καὶ σοῦ ὑπογράφω, σὰν γιατρός, ποὺ εἶμαι, πὼς θὰ ζήσω ἑκατὸ δέκα χρόνια».
Λέγοντας αὐτά, στριφογύριζε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, σὰν νὰ ψηνότανε ἀπάνω σὲ καμιὰ σκάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα ἀπὸ τὸ στόμα του: «Ἄχ! Οὔχ! Οὔ! Οὔ! Οὔ! Χοῦ!»
Ἡσύχασε γιὰ λίγο καὶ ξαναεῖπε: «Αὐτὰ ἔλεγα, μὰ σὲ λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα κι ἔχασα τὸ στοίχημα! Τί ταραχή! Τί τρομάρα τράβηξα!
Σαστισμένος, μία βουλίαζα καὶ μία ἀνέβαινα ἀπάνω, καὶ φώναζα: Ἔλεος! μὰ κανένας δὲν μ᾿ ἄκουγε. Ἕνα ρεῦμα μὲ κλωθογύριζε σὰν νά ῾μουνα κανένα ψόφιο ποντίκι. Τί τράβηξα ὡς τὰ τώρα, καὶ τί τραβῶ. Τί ἀγωνία εἶναι αὐτή!
Ὅλα ὅσα ἔλεγες βγήκανε ἀληθινά. τὸ κέρδισες τὸ στοίχημα. Ἐγώ, τότε ποὺ βρισκόμουνα στὸ κόσμο ποὺ ζεῖς, ἤμουνα ὁ ἔξυπνος. Ἤμουνα γιατρός, κι εἶχα μάθει νὰ μιλῶ καὶ νὰ μ᾿ ἀκοῦνε, νὰ κοροϊδεύω τὴ θρησκεία, νὰ συζητῶ γιὰ χειροπιαστὰ πράγματα. Τώρα ὅμως βλέπω πὼς χειροπιαστὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ τὰ ἔλεγα παραμύθια καὶ χαρτοφάναρα. Χειροπιαστὴ εἶναι ἡ ἀγωνία ποὺ βρίσκουμε. Ἄχ! Τοῦτος θὰ εἶναι ὁ σκώληξ ὁ ἀκοίμητος, τοῦτος θὰ εἶναι ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων!».
Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια μου, κι ἄκουγα μονάχα τὰ βογκητά του, ποὺ καὶ κεῖνα σβήσανε σιγὰ-σιγά. Μὲ πῆρε λίγο ὁ ὕπνος, μὰ σὲ μία στιγμή, κατάλαβα νὰ μὲ σπρώχνει ἕνα παγωμένο χέρι. Ἄνοιξα τὰ μάτια μου, καὶ τὸν βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη τὴ φορὰ ἤτανε ἀκόμα πιὸ φριχτὸς καὶ πιὸ μικρόσωμος. Εἶχε γίνει ἴσαμε ἕνα βυζανιάρικο παιδάκι, μ᾿ ἕνα μεγάλο γέρικο κεφάλι, ποὺ τὸ κουνοῦσε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ.
Ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ μοῦ εἶπε: «σὲ λίγη ὥρα θὰ ξημερώσει καὶ θὰ ἔρθουνε νὰ μὲ πάρουνε ἐκεῖνοι ποὺ μὲ στείλανε!» τοῦ λέω:
«Ποιοὶ σὲ στείλανε;». Εἶπε κάτι μπερδεμένα λόγια, δίχως νὰ καταλάβω τίποτα. Ὕστερα μοῦ λέγει: «Ἐκεῖ ποὺ βρίσκομαι εἶναι κι ἄλλοι πολλοὶ ἀπὸ κείνους ποὺ σὲ περιπαίζανε γιὰ τὴν πίστη σου, καὶ τώρα καταλάβανε πὼς οἱ ἐξυπνάδες δὲν περνοῦνε παραπέρα ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο. Εἶναι καὶ κάποιοι ἄλλοι ποὺ τοὺς ἔκανες καλό, κι αὐτοὶ σὲ κακολογούσανε. Κι ὅσο τοὺς συχωροῦσες, τόσο αὐτοὶ γινότανε χειρότεροι. Γιατὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἀντὶ νὰ τὸν κάνει ἡ καλοσύνη νὰ χαίρεται, αὐτὸς πικραίνεται, ἐπειδὴ τὸν κάνει νὰ νοιώθει τὸν ἑαυτό του νικημένο.
Τοῦτοι βρίσκονται σὲ χειρότερη κατάσταση ἀπὸ μένα, καὶ δὲ μποροῦνε νὰ βγοῦνε ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ φυλακή τους γιὰ νά ῾ρθουνε νὰ σὲ βροῦνε, ὅπως ἔκανα ἐγώ. Βασανίζονται πολὺ σκληρά, γιατὶ δέρνονται μὲ τὴ μάστιγα τῆς ἀγάπης, ὅπως εἶπε ἕνας ἅγιος.
Πόσο ἀλλιώτικος εἶναι ὁ κόσμος ἀπ᾿ ὅ,τι τὸν βλέπαμε!
Ἀνάποδος ἀπὸ τὴν ἔξυπνη ἀντίληψή μας. Τώρα καταλάβαμε πὼς ἡ ἐξυπνάδα μας ἤτανε βλακεία, οἱ κουβέντες μας πονηρὲς μικρολογίες, κι οἱ χαρές μας Ψευτιὰ καὶ ἀπάτη.
Ἐσεῖς ποὺ ἔχετε στὴν καρδιά σας τὸ Χριστό, καὶ ποὺ γιὰ σᾶς ὁ λόγος του εἶναι ἀλήθεια, ἡ μονάχη ἀλήθεια, ἐσεῖς κερδίσατε τὸ Μεγάλο Στοίχημα, ποὺ μπαίνει ἀνάμεσα στοὺς πιστοὺς καὶ στοὺς ἀπίστους, αὐτὸ τὸ στοίχημα ποὺ τὸ ἔχασα ἐγὼ ὁ ἐλεεινός, καὶ χάθηκα, καὶ τρέμω κι ἀναστενάζω, καὶ δὲ βρίσκω ἡσυχία: Ἀληθινά, στὸν ᾍδη δὲν ὑπάρχει πιὰ μετάνοια. Ἀλίμονο σ᾿ ὅσους πορεύονται ὅπως πορευθήκαμε ἐμεῖς, τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε ἀπάνω στὴ γῆ. Ἡ σάρκα μας εἶχε μεθύσει, καὶ ἐμπαίξαμε ἐκείνους ποὺ πιστεύανε στὸ Θεὸ καὶ στὴ μέλλουσα ζωή, κι ὁ πολὺς κόσμος μας χειροκροτοῦσε. Σᾶς λέγαμε ἀνόητους, σᾶς κάναμε περίπαιγμα, κι ὅσο ἐσεῖς δεχόσαστε μὲ καλοσύνη τὰ πειράγματά μας, τόσο μεγάλωνε ἡ δική μας ἡ κακία.
Βλέπω καὶ τώρα πόσο θλιβόσαστε ἀπὸ τὸ φέρσιμο τῶν κακῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ πὼς δεχόσαστε μὲ ὑπομονὴ τὶς φαρμακερὲς σαΐτες ποὺ βγάζουνε ἀπὸ τὸ στόμα τους, λέγοντάς σας ὑποκριτές, θεομπαῖχτες καὶ λαοπλάνους. Ἂν βρισκότανε, οἱ δυστυχεῖς στὴ θέση ποὺ βρίσκομαι τώρα, καὶ βλέπανε ἀπὸ δῶ ποὺ βλέπω, θὰ τρομάζανε γιὰ ὅ,τι κάνουνε. Θέλω νὰ φανερωθῶ σ᾿ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς πῶ ν᾿ ἀλλάξουνε δρόμο, μὰ δὲν ἔχω τὴν ἄδεια, ὅπως δὲν τὴν εἶχε κι ἐκεῖνος ὁ πλούσιος καὶ γιὰ τοῦτο παρακαλοῦσε τὸν Πατριάρχη Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸ φτωχὸ τὸ Λάζαρο. Μὰ καὶ ἐκεῖνον δὲν τὸν ἔστειλε, καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ γίνουνε ἴδια ἄξιοι τῆς καταδίκης ὅσοι ἁμαρτάνουνε, κι ἄξιοί της σωτηρίας ὅσοι πορεύονται τὴ στράτα τοῦ Θεοῦ.
«Ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ρυπαρὸς ῥυπαρευθέτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνη ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι».
Μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια, τὸν ἔχασα ἀπὸ μπροστά μου.
------------------------------------------------------------
πηγή: www.agiazoni.gr/

Πηγή: Φώτη Κόντογλου, "Τὰ Μυστικὰ Ἄνθη", ἔκδ. Παπαδημητρίου, 1973