Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Η Προσευχή ενός ασώτου




 Χριστέ μου.
  Βοήθα με να συνειδητοποιήσω, πώς σέ κάθε τρισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου, ζώ καί υπάρχω, συνέχομαι καί συντηρούμαι εξ αιτίας τής άπειρης αγάπης Σου, πού εκχέεται και μέ αγκαλιάζει, συνιστώντας τό -καθόλου αυτονόητο γιά τον τυφλωμένο εγωισμό μου- μέγιστο των θαυμάτων, πού καθιστά αχαριστία και περιφρόνηση τής Αγάπης Σου, τήν εκζήτηση από πλευράς μου επί πλέον  θαυμάτων πού θα μέ έπειθαν γιά την ύπαρξή Σου και την αδιάλειπτη παρουσία Σου στην ζωή μου.  

  Κάνε με να αισθάνομαι ένα αθώο παιδί στην στοργική αγκαλιά Σου, όπως τότε που ένοιωθα απόλυτα ασφαλής και ευτυχισμένος στην αγκαλιά του επίγειου πατέρα μου, και να μην φοβάμαι ΤΙΠΟΤΑ, αρκεί να μην σε ξαναχάσω ούτε σε αυτήν, ούτε στην μέλλουσα ζωή. Κάνε αυτή η αίσθηση της παντοδύναμης στοργικής Σου πρόνοιας να με καθιστά γαλήνιο και ειρηνικό ανα πάσα στιγμή, αφαιρώντας μου το άγχος της οποιασδήποτε μέριμνας, που να μου φαίνεται γελοίο μπροστά στήν δική Σου συνεχή υποστήριξη. 

 Φώτιζέ με να συνειδητοποιώ πώς χωρίς τήν Χάρι, τόν Οίκτο και τήν Φιλανθρωπία Σου, είμαι ένας ανίκανος και ανάξιος πηλός.
  Φώτιζέ με νά αντιλαμβάνομαι κάθε στιγμή, πώς ότι καλό έχω επάνω μου, δεν είναι αποτέλεσμα της δικής μου δήθεν αξιοσύνης και ικανότητας, αλλά δώρο τής Χάριτός Σου, γιά τό οποίο δεν πρέπει να υπερηφανεύομαι.

  Δυνάμωνέ με κάθε δευτερόλεπτο, ώστε να μπορώ να καταπολεμώ τήν πνευματικά -και μακροπρόθεσμα και σωματικά- θανατηφόρα καθημερινή μου συνήθεια, νά υπεραίρω, αυτομάτως, τόν εαυτό μου, έναντι όλων των ανθρώπων πού συναντώ, νομίζοντας ότι είμαι δήθεν κάτι περισσότερο από αυτούς, σέ οποιονδήποτε τομέα, γνώσης, αρετής, εξυπνάδας, ικανότητας. Επίσης, να καταπολεμώ την θανατηφόρα μου συνήθεια να κρίνω τούς πάντες, ταυτίζοντάς τους μέ το κρίμα τους, καί θεωρώντας, ταυτόχρονα, πως είμαι καλύτερός τους. Αντίθετα, χἀρισέ μου λίγη από την δική Σου ταπείνωση, ώστε να νοιώθω ο έσχατος όλων, καί να ζητώ σιωπηρά ή φανερά συγνώμη από τα αδέλφια μου καί από Εσένα γιά τήν έπαρσή μου.

  Χριστέ μου, βοήθα με, να μην γίνω εγώ αφορμή για κανέναν αδελφό μου, (έστω και αν έχω δίκιο), ώστε να αναγκασθεί να αμαρτήσει εξ αιτίας μου, στίς σκέψεις, στά λόγια και στίς πράξεις του, κατακρίνοντάς με, βρίζοντάς με ή οργιζόμενος κατά εμού, καί ωθούμενος, έτσι, εξ αιτίας μου, σε θέση περαιτέρω πνευματικού θανάτου.

  Χριστέ μου, Σέ παρακαλώ, βοήθα με, να μην προτάσσω τό θέλημά μου από το δικό Σου. Δώσε μου εγκράτεια σέ όλα, στίς κινήσεις, στήν ομιλία, στήν όραση, στούς λογισμούς και στην τροφή, για να μην βαραίνω σωματικά και πνευματικά παραδιδόμενος σέ αδρανοποιό εγωιστική τρυφή, αλλά να είμαι σέ ελαφράδα σώματος και ψυχής για να αντιλαμβάνομαι και να εκτελώ τό δικό Σου θέλημα.

    Εγώ δεν δύναμαι, αλλά με την βοήθειά σου θα μπορέσω. Διότι Εσύ είπες «Αιτείτε και δοθήσεται  υμίν» και ότι λές Εσύ είναι νόμος και εγγύηση και εκπληρώνεται στό έπακρο, και αυτό το διαπίστωσα, αρκεί να ζητάω πράγματα σύμφωνα με τό θέλημά Σου, που μέ φέρνουν πιο κοντά Σου και δεν με απομακρύνουν από Εσένα.
  Διότι δικιά Σου είναι η Βασιλεία και η Δύναμις και η Δόξα, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και τώρα και πάντοτε και εις τους αιώνας των αιώνων.
  Αμήν.

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Η ΚΕΝΟΔΟΞΙΑ



Η ΚΕΝΟΔΟΞΙΑ


Πρωτότοκη θυγατέρα της υπερηφάνειας, αλλά και μητέρα η ίδια πολλών άλλων ελαττωμάτων, είναι η κενοδοξία.

Κενοδοξία είναι η επιθυμία της επιδείξεως, η άμεση ή έμμεση φανέρωση των αρετών σου, πραγματικών ή φανταστικών, της αξίας σου ή των καλών έργων σου, με σκοπό την απόκτηση φήμης, τιμής, δόξας, επαίνων και θαυμασμού.


Αν φανερώνεις ένα καλό σου έργο για να δοξαστεί το όνομα του Θεού, τότε δεν αμαρτάνεις. Γιατί ο Κύριος είπε: «Να λάμψει το δικό σας φως μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξολογήσουν τον ουράνιο Πατέρα σας» (Ματθ. 5:16). Και σε μια τέτοια περίπτωση, όμως, πρέπει να προσέξεις πολύ, επειδή, πίσω από την πρόθεσή σου να δοξαστεί ο Θεός, κρύβεται συχνά η κενοδοξία, και μάλιστα με τόση πανουργία, ώστε δεν τη συνειδητοποιείς.

Στο αμάρτημα της κενοδοξίας δεν πέφτουν μόνο εκείνοι που φανερώνουν τις αγαθοεργίες τους, επιζητώντας τον έπαινο και το θαυμασμό. Πέφτουν κι εκείνοι που καυχιούνται, οι ταλαίπωροι, γιατί θαρρείς; Για τις αμαρτίες τους! Ο ένας για το ότι έκλεψε ζώα ή άλλα πράγματα από τον πλησίον του, χωρίς εκείνος να το πάρει είδηση. Ο άλλος για το ότι πόρνευσε. Κι ένας τρίτος ακόμα και για το ότι σκότωσε άνθρωπο, με τον όποίο είχε έχθρα. Όλα τούτα τα θεωρούν, οι άθλιοι, δείγματα παλικαριάς, λεβεντιάς και ανδρισμού!

Στην κενοδοξία πέφτουν κι εκείνοι που, από ανθρωπαρέσκεια παραβαίνουν τον θείο ή τον ανθρώπινο νόμο. Τέτοιοι είναι οι ασυνείδητοι δικαστές, που, για να μη χάνουν την εύνοια των αρχόντων, κάνουν αδικοκρισίες.

Οι θυγατέρες της κενοδοξίας είναι επτά.


Πρώτη είναι η κ α ύ χ η σ η, δηλαδή η αλαζονική περιαυτολογία για πλούτη ή ευφυΐα ή γνώση ή ευγενική καταγωγή κλπ.

Δεύτερη είναι η ματαιόδοξη εφευρετικότητα, δηλαδή η εύρεση και παρουσίαση νέων, πρωτότυπων μεθόδων και πραγμάτων ( από τα πιο άπλά και καθημερινά, όπως φαγητά, φορέματα κ.α, μέχρι τα επιστημονικά επιτεύγματα), όχι όμως για το καλό των ανθρώπων, αλλά για τη δόξα και τη φήμη.

Τρίτη είναι η υποκρισία, το να προσποιείται δηλαδή κανείς ότι είναι ευλαβής και ενάρετος ή ότι έχει άλλα χαρίσματα Αυτό είναι αμαρτία ακόμα κι όταν γίνεται για τη νουθέτηση των άλλων.

Τέταρτη είναι η απείθεια, δηλαδή η ισχυρογνωμοσύνη και το πείσμα

Πέμπτη είναι η ασυμφωνία.

Έκτη είναι η φιλονικία.

Έβδομη τέλος, είναι η π α ρ α κ ο ή .


Σημείωσε επίσης, ότι ο παμπόνηρος διάβολος συνηθίζει ν’ ανοίγει τρεις λάκκους δίπλα σε κάθε αγαθό έργο σου, επιδιώκοντας να σε ρίξει μέσα σ’ έναν απ’ αυτούς: πρώτα σου παρουσιάζει το έργο ακατόρθωτο, έτσι ώστε να δειλιάσεις και μήτε καν να τ’ αρχίσεις.
Αν ωστόσο, προχωρήσεις, αγωνίζεται με διάφορους λογισμούς να δηλητηριάσει την καλή σου προαίρεση, ώστε να μην κάνεις το έργο για την αγάπη του Θεού ή των συνανθρώπων σου, αλλά με άλλον, ιδιοτελή, σκοπό, λ.χ. για το κέρδος, για το συμφέρον ή για τη δόξα Και τέλος, αν δεν σε απατήσει με τα δύο προηγούμενα, πασχίζει να σε ρίξει στον τελευταίο λάκκο, δηλαδή σε παινεύει και σε εγκωμιάζει για να κενοδοξήσεις, κι έτσι η κενοδοξία να σκορπίσει τον καρπό της αγαθοεργίας.

Πριν κλείσουμε το κεφάλαιο, ας συλλογιστούμε μία πικρή, πικρότατη αλήθεια: Από τον κόσμο τούτο πέρασαν άνθρωποι περίφημοι και ξακουστοί, που τ’ όνομά τους έμεινε στην ιστορία Πέθαναν όμως, όπως όλοι, και τώρα βρίσκονται στην κρίση του Θεού. Ίσως μάλιστα το και πιθανότερο -να καταδικαστούν στην αιώνια κόλαση. Κι εμείς τους θαυμάζουμε και τους επαινούμε και τους μακαρίζουμε, ζηλεύοντας τη δόξα τους. Τι τους ωφέλησε, όμως, η γήινη δόξα; Και σε τι βοηθήθηκε η ψυχή τους από των ανθρώπων τον έπαινο; Σε τίποτα. Σε συμφέρει λοιπόν, αδελφέ, να στρέψεις το βλέμμα σου από την επίγεια δόξα στην επουράνια, από τα πρόσκαιρα στα αιώνια, από τους ανθρώπους στο Θεό. Εκείνος σου χάρισε τη σύντομη αυτή ζωή της γης για ένα και μόνο σκοπό: Την εξασφάλιση της ατελεύτητης ζωής των ουρανών. Πώς; Με τον πνευματικό αγώνα, με την καλλιέργεια της ψυχής, με τον πόλεμο εναντίον της αμαρτίας και των παθών, με την απόκτηση των αρετών.

Περιφρόνησε λοιπόν τη μάταιη δόξα του πλάνου κόσμου και κάνε τα τρία τούτα, που θα σε βοηθήσουν να νικήσεις την κενοδοξία:
α) Όποιαν αρετή έχεις και όποιο καλό έργο κάνεις, να τα κρύβεις, ώστε να μην τα γνωρίζουν οι άνθρωποι.
β) Όταν κάποιος σε επαινεί, εσύ να συλλογίζεσαι τις αμαρτίες σου, που εκείνος δεν τις γνωρίζει, και να θλίβεσαι και να συντρίβεσαι βαθιά γι’ αυτές.
γ) Ό, τι έχεις, να σκέφτεσαι πάντα ότι το χρωστάς στον ευεργέτη Θεό. Γιατί «κάθε αγαθό, που δίvεται στους ανθρώπους, και κάθε τέλειο δώρο έρχεται από ψηλά, από τον Πατέρα και Δημιουργό τωv ουράνιωv σωμάτωv» (Ιακ. 1:17). Σ’ Aυτόν μόνο πρέπει κάθε έπαινος και δόξα και ευχαριστία, τον χορηγό κάθε αγαθού. Εσύ, ό, τι καλό κι αν κάνεις, δεν πρέπει να κυριευθείς απ’ την κενοδοξία, δεν πρέπει να καυχηθείς, γιατί μόνος σου, χωρίς τη βοήθεια και τη χάρη Εκείνου, τίποτα δεν μπορείς να κατορθώσεις. «..Αν ο Κύριος δεν οικοδομήσει ένα σπίτι, μάταια κουράστηκαν οι οικοδόμοι» (Ψαλμ. 126: 1).


«ΠΩΣ ΘΑ ΣΩΘΟΥΜΕ»
Εκδ. Ι. Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ